ΘΕΑΤΡΟ

Βάνιας και Σόνια α λα ελληνικά

Βάνιας και Σόνια α λα ελληνικά

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΡΟΣ
Αγριος σπόρος
σκηνοθ.: Ελένη Σκότη
θέατρο: Επί Κολωνώ (Ομάδα Νάμα)

Ο «Αγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου (αυτή τη σεζόν σε σκηνοθεσία Σκότη και το 2014 σε σκηνοθεσία Γκραουζίνις) καταδεικνύει –μέσα από δύο κοντινές χρονικά παραστάσεις του– πόσο, ακόμα κι ένα εξαιρετικό έργο, χρειάζεται το κατάλληλο ανέβασμα για ν’ αναδειχθεί. Πόσο χρειάζεται το περιβάλλον του, τη σκηνική χημεία του για ν’ απογειωθεί, για να ξεκλειδωθούν όλες οι αναγνώσεις και τα επίπεδα που περιέχει.

Και το απόκτημα αυτό της νεοελληνικής δραματουργίας, φαινομενικά απλό και σχεδόν προβλέψιμο, περιέχει πολλά επίπεδα που τέμνονται με έννοιες διαχρονικές ή διαμορφούμενες όπως: αλήθεια, μισή αλήθεια, μοιρολατρία, ωχαδερφισμός, προκατάληψη, υποκρισία, νομιμότητα και παρανομία σε κενό εφαρμογής, υποτέλεια (στην) και της εξουσίας, αυθαιρεσία, παρανομία για πλουτισμό, ανυπακοή για επιβίωση, ελληνική κρίση, ελληνική κράση, νοοτροπία λιακάδας, πολιτισμική διάσταση Βορρά – Νότου…

Ο χρεωμένος μα χαλαρός Σταύρος και η αυθαίρετη καντίνα του, φυτρωμένη σε… ανεπίπλωτη ακόμα παραλία. Σουβλάκια απ’ το αυθαίρετο και όζον χοιροστάσιό του, πατάτες τηγανισμένες σε λάδι πολυκαιρισμένο, αγγουροντομάτα με φέτα αναμμένη. Μπίρες κι αναψυκτικά, παγωμένα με παράνομη γεννήτρια. Μονίμως το «Σαν απόκληρος γυρίζω» στο κασετόφωνο και θέα απέραντη. Πελάτες του, ξένοι από το κοντινό χωριό, περαστικοί ή ιδιοκτήτες σπιτιών στην περιοχή, ο αστυνομικός του χωριού και κάνας ερημίτης. Βοηθός, η κόρη του Χαρούλα στη θέση της μάνας της, που έφυγε γι’ Αθήνα πριν ζητήσει διαζύγιο.

Τη ρουτίνα της μυγόβρυτης ζέστης έρχεται να ταράξει η εξαφάνιση νεαρού Γερμανού που έμεινε λίγες μέρες στην παραλία, έτρωγε στην καντίνα, μιλούσε με τη Χαρούλα αγγλικά και ήταν οι τελευταίοι που τον είδαν πριν εξαφανιστεί. Η μαγιά για τη συνηθισμένη αστυνομική πλοκή του Τσίρου, έτοιμη. Ακολουθεί το θρίλερ, αφού πατέρας και κόρη δώσουν και ξαναδώσουν καταθέσεις στον αστυνομικό και φιλαράκι από παιδί, Τάκη, που σταδιακά σοβαρεύει, ζορίζεται, στρίβει, επικρίνει. Στο πρόσωπό του αντικατοπτρίζεται η αβασάνιστη στοχοποίηση του Σταύρου εκ μέρους Αρχών και χωριανών για ό,τι στραβό τσούλαγε ώς τώρα ανενόχλητο. Οι γονείς του νεαρού με ντετέκτιβ, ξένες και ντόπιες δυνάμεις απ’ το χωριό, κλείνουν την παραλία και την ανασκάβουν συστηματικά. Εκπαιδευμένα λυκόσκυλα, ανακρίσεις (προσφιλές θέμα του συγγραφέα) κάτω από τον ήλιο, έρευνες σε σπίτι, χοιροστάσιο, καντίνα, φορτηγάκι μαζί και μια αναπαράσταση πώς σφάζει ο Σταύρος τα γουρούνια του.

Μ’ αυτή την αποστροφή από την ανάκριση βιντεοσκοπημένη, αρχίζει η παράσταση προκαταλαμβάνοντας το κοινό που δεν γνωρίζει τίνος σφαγή περιγράφει ο… σφαγέας. Εύρημα εξίσου εύστοχο, η εικόνα στο βίντεο κι ο ηθοποιός στο προσκήνιο μ’ ένα κομμάτι ξύλο αντί μαχαιριού για την αναπαράσταση.

Οι έρευνες μπορεί τελικά να μη καρποφόρησαν (στράφηκαν στην εκδοχή ο νεαρός, γόνος πλούσιου μπαμπά, να έφυγε γι’ αλλού αναζητώντας ελευθερία αντί για ευημερούσα υποκρισία), πρόλαβαν ωστόσο να κατεδαφίσουν την κινούμενη ζωή του Σταύρου. Αθυρόστομος από φύση και θέση, μαζεύοντας τ’ απομεινάρια άλλου ενός ριζώματος, θα τραβήξει γι’ αλλού, μέχρι το θηρίο (της δήθεν νομιμότητας και των πρόθυμων λαϊκών κατηγόρων) να τον οδηγήσει αλλού και πάλι αλλού… Μια ακρογιαλιά είν’ όλη η χώρα… Παντού φυτρώνουμε… κλείνει το έργο με το μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.

Η Ελένη Σκότη (με πολύτιμη συνδρομή σκηνικού Γιώργος Χατζηνικολάου – φωτισμών Αντώνης Παναγιωτόπουλος – μουσικοηχητικής επιμέλειας Στέλιος Γιαννουλάκης) προσέγγισε με τσεχοφική οπτική, πολυδιάστατα και πολυεπίπεδα, το έργο, φώτισε συμβολισμούς, χιούμορ, ποιότητα και στοχασμό, οδηγώντας τή –σοφά επιλεγμένη– διανομή σε σπουδαίες ερμηνείες. Ο μπρούτος, διστακτικός, με εύγλωττη σωματική αφήγηση, αστυνομικός του Ηλία Βαλάση (έξοχη η σταδιακή του μεταμόρφωση από φιλαράκι σε φερέφωνο του γενικού κατηγορητηρίου και υποτελή προς Αρχές και ξένους) ζωντάνεψε όλα τα αθέατα πρόσωπα που καθορίζουν την έκβαση. Τρυφερή, δίκαιη, με αντικειμενική ματιά στα πράγματα η Χαρούλα της Ντάνης Γιαννακοπούλου, σηματοδοτεί τις μειωμένες αντοχές της νέας γενιάς σε διαρκώς ακυρωνόμενους στόχους και μακρόσυρτες κρίσεις. Ο Τάκης Σπυριδάκης ως μπλαζέ, αθυρόστομος, ψυχάρας Σταύρος, έπλασε ρόλο ζωής και ανθολογίου οδηγώντας με αλάθητο μέτρο τη μανιέρα του ώς τις πιο απαιτητικές κορυφώσεις.