ΘΕΑΤΡΟ

«Νύχτα στην εθνική», κυνηγώντας την ελπίδα

«Νύχτα στην εθνική», κυνηγώντας την ελπίδα

Στον ερημικό δρόμο της οδού Ακαδήμου 14 όπου βρίσκεται το θέατρο «Μεταξουργείο», οι αλλοδαποί γείτονες κλείνουν καθυστερημένα τα μαγαζιά τους, ενώ οι τελευταίοι πελάτες χάνονται βιαστικά στους διπλανούς δρόμους. Αναρωτιέμαι πόσοι απ’ αυτούς παρακολούθησαν τη «Νύχτα στην εθνική» της Λείας Βιτάλη στο διπλανό θέατρο. Τι σήμαινε γι’ αυτούς η εμπειρία; Μήπως αναγνώρισαν κάτι απ’ τον εαυτό τους στους ήρωες της παράστασης; Πρώην μετανάστες, νυν εργοδότες. Κάποιοι ακόμα παράνομοι να κυνηγούν την ελπίδα. Από κοντά οι «φουσκωτοί» νταήδες κάθε δύσκολης γειτονιάς να εμφανίζονται συνήθως απειλητικοί και απρόσκλητοι.

Το ελληνικό θέατρο συχνά υπαινίσσεται, αλλά δεν μας δείχνει τόσο φανερά επί σκηνής Ελληνα νεοναζί. Είναι ένας από τους τρεις ήρωες της Βιτάλη η οποία στο τελευταίο της έργο καταπιάνεται με τη σύγχρονη βία, τον ρατσισμό και την απελπισμένη ανάγκη μας για αγάπη. Η Αντρίκα, σκληροτράχηλη ταβερνιάρισσα-αφεντικό, πρώην γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία, ο Ζάχος, ο γιος της που δεν μπορεί να είναι «κορέκτ» αλλά ακραίος, και η Ρούντη, η ξένη που ήρθε διεκδικώντας μια νέα αρχή, ξετυλίγουν τις ζωές τους στη σκηνή.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε πέρυσι στο Φεστιβάλ Διαρκείας Ελληνικού Θεατρικού Εργου του 21ου αιώνα στο «Αγγέλων Βήμα» και, όπως λέει η συγγραφέας του στην «Κ», στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα που τα έκανε δικά της. «Επειδή με ενδιαφέρει η ψυχολογία των ηρώων μου, πάντα αναζητώ να βρω πίσω από τα γεγονότα τις αιτίες και συνήθως πέφτω πάνω σε παιδικά τραύματα». Οπως συμβαίνει με τον προβληματικό και ακραίο ήρωά της, τον Ζάχο. Η έλλειψη μητρικής αγάπης είναι η εξήγηση της δικής του βίας.

«Η ιστορία της Ρούντη είναι εμπνευσμένη από τις περιπέτειες μιας αλλοδαπής που είχα γνωρίσει. Μια κοπέλα που έκρυβε τον άνδρα και τα παιδιά της στην προσπάθειά της να επιβιώσει και να τους φέρει εδώ. Η σκέψη των ανθρώπων αυτών είναι πάντα στην πατρίδα. Οπως ήταν και των Ελλήνων μεταναστών δεκαετίες πριν. Οι καινούργιοι μετανάστες που φτάνουν χιλιάδες τώρα στη χώρα μας είναι διαφορετικοί από εκείνους που ήρθαν από την Αλβανία όταν άνοιξαν τα σύνορα. Σήμερα έρχονται από πολέμους και καταστροφές. Βέβαια η απελπισία σε όλες τις περιπτώσεις οδηγεί σε ακραία πράγματα. Η νέα κατάσταση που σχηματίζεται τόσο στην Ελλάδα όσο και την Ευρώπη σχετίζεται με διαφορετική κουλτούρα, θρησκεία, συμπεριφορά. Αυτοί παλεύουν για την επιβίωση στη Δύση κι εμείς για τη συνύπαρξη. Θα γυρίσουμε πολλά χρόνια πίσω, στην ξενοφοβία, αλλά και σε φαινόμενα τα οποία ξυπνούν φασιστικές συμπεριφορές».

Κατά τη γνώμη της, αυτοί που στρέφονται σε νεοναζιστικές οργανώσεις «είναι προβληματικά, διαταραγμένα άτομα» τα οποία ζητούν την αποδοχή μιας ομάδας. «Εχει διαφορά να ψηφίσεις απελπισμένος ή παραπλανημένος τη Χρυσή Αυγή από το να ενταχθείς στην οργάνωση αυτή. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο».

Μια ανάλογη περίπτωση στη σκηνή είναι ο αρσενικός ήρωας της ιστορίας της. Αλλά ο Ζάχος δεν προκαλεί μόνο αντιπάθεια. «Εγώ είμαι συγγραφέας, τέχνη κάνω όχι προπαγάνδα. Τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Ξεχώρισα τους ψηφοφόρους από τους οργανωμένους οπαδούς σε μια νεοναζιστική οργάνωση γιατί θεωρώ ότι η δεύτερη περίπτωση είναι διαταραγμένα παιδιά. Πίσω από τον εγκληματία συνήθως κρύβεται κάτι. Αυτό συμβαίνει στον Ζάχο». Ομως και η λαθρομετανάστρια «δεν είναι άγια. Εχει τις σκοτεινές της πλευρές». Επίσης, θύμα και θύτης.

Πώς περνάνε όλα αυτά τα θέματα στα καινούργια ελληνικά θεατρικά έργα; «Οταν γράφεις με θυμό, προκύπτουν κυρίως έργα μαρτυρίας, το θέατρο ντοκουμέντο. Προτιμώ το πολιτικό, ψυχαναλυτικό θέατρο. Γι’ αυτό αναζητώ τις αιτίες στους ανθρώπους που ζουν και διαμορφώνουν την επικαιρότητα. Δεν μου αρέσει το θέατρο προπαγάνδας που είναι trendy, γίνεται γρήγορα και στερεί την ουσία. Φεύγεις οργισμένος ως θεατής, όπως μας συμβαίνει όταν παρακολουθούμε ειδήσεις στην τηλεόραση». Υποστηρίζει πως τα θεατρικά έργα σήμερα δεν είναι εύκολο να αφομοιώσουν την κατάσταση που ζούμε. «Η κρίση και το προσφυγικό ζήτημα αντιμετωπίζονται ξώφαλτσα ή καταγγελτικά, σε μια εποχή που ακόμη δεν έχουμε ξεφύγει από τη θεματολογία του εμφυλίου πολέμου».

Στο Φεστιβάλ Διαρκείας Ελληνικού Θεατρικού Εργου του 21ου αιώνα που διευθύνει εδώ και δύο χρόνια στο «Αγγέλων Βήμα», παλεύει να προβάλει καινούργια κείμενα. «Οι Ελληνες συγγραφείς φοβόμαστε την επικαιρότητα. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει την τόλμη να αγγίξει καυτά θέματα και ας καεί. Η λοξή ματιά κάνει την τέχνη». Δυστυχώς πολλά κείμενα απ’ όσα ανεβαίνουν στις αθηναϊκές σκηνές φλερτάρουν με την τηλεοπτική δομή «που δεν έχει κάνει κακό μόνο στους συγγραφείς αλλά και στους θεατές. Το θέατρο θέλει συμπύκνωση του λόγου και ο θεατής έμαθε την τηλεοπτική μασημένη τροφή».

Κι όμως, εδώ και έξι χρόνια πολλοί υποστηρίζουν ότι το θέατρο είναι από τις τέχνες που βοήθησε η κρίση. «Γιατί τα κάνουμε όλα τζάμπα. Βγαίνουν πολλά παιδιά από τις σχολές που δεν μπορούν να απορροφηθούν από την τηλεόραση, οπότε σχηματίζουν ομάδες, βάζουν από ένα χιλιάρικο ο καθένας, ανεβάζουν όπως όπως ένα έργο, εκφράζονται. Οι νέοι κάνουν την τρέλα τους γιατί αλλιώς θα μαραζώσουν». Ομως το θέατρο οδηγείται «στις μεγάλες, εμπορικές έως απαράδεκτες παραγωγές, με τα λαμπερά ονόματα. Το εμπορικό έγινε ποιοτικότερο αλλά υπάρχει μεγάλο άνοιγμα της ψαλίδας. Το θέατρο ουσίας είναι φτωχό».

Οσο για την ίδια, με εφόδια τη νομική, την ψυχολογία, τη δημοσιογραφία και τη διαφήμιση, συμπληρώνει φέτος τρεις δεκαετίες στο θέατρο (στο Studio Μαυρομιχάλη παίζεται το «Ζεϊμπέκικο» με τον Γ. Νινιό) και στη λογοτεχνία, δηλώνει πως «όλα αυτά με βοήθησαν να γίνω η συγγραφέας».

​​«Νύχτα στην εθνική» στο θέατρο «Μεταξουργείο» (Ακαδήμου 14). Παίζουν οι: Μ. Νάνου, Β. Μπατσακούτσας, Ντ. Ρέγκου.