ΘΕΑΤΡΟ

Εξω δεν θεωρούν την τέχνη παραπαίδι

Εξω δεν θεωρούν την τέχνη παραπαίδι

Συνηθίσαμε να μη μας εκπλήσσει πια η ηλικία του, βλέποντας τη δουλειά του. Και πάψαμε να λέμε «ο 27χρονος σκηνοθέτης», όταν αναφερόμαστε στον Δημήτρη Καραντζά. Αλλωστε κοντεύει τα 30, έχει ήδη υπογράψει 14 σκηνοθεσίες και είναι ο νεότερος σκηνοθέτης που «κατέβηκε» στην Επίδαυρο. Και κάθε φορά βάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχυ. Στη φετινή σεζόν, ο πήχυς στήθηκε τρεις φορές· και τις τρεις σε μεγάλο ύψος: Χάρολντ Πίντερ, «Τέφρα και σκιά» στο θέατρο «Ροές»· Βιρτζίνια Γουλφ, «Τα Κύματα» στη Στέγη· Χένρικ Ιψεν, «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί». Τρία έργα που καταπιάνονται με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, με τις διαδρομές και τους κύκλους που διαγράφουν οι σχέσεις, με τη ματαιότητα των ανθρώπινων ονείρων και πόθων.

Το ραντεβού έγινε στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, όπου παρουσιάζεται ήδη το «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί». Εκεί, στο μικρό γραφειάκι του Κάρολου Κουν για «περισσότερη ησυχία», του έθεσα το πρώτο μου ερώτημα: Γιατί ένας τόσο νέος άνθρωπος καταπιάνεται με τρία έργα διαφορετικών εποχών και διαφορετικών συγγραφέων που και τα τρία κάνουν έναν απολογισμό, μια «σούμα»;

«Οντως έχουν κάτι κοινό. Στο “Τέφρα και σκιά” καταλήγουν με τη φράση “μπορούμε να τελειώσουμε πάλι”. Η Βιρτζίνια Γουλφ το πιάνει από την αρχή για να φτάσει στο τέλος και ο Ιψεν αναρωτιέται τι κάνουμε όταν έρθει το τέλος και πώς μπορούμε να συμφιλιωθούμε και να πούμε “ναι, δεν ζήσαμε. Το μόνο που μας μένει είναι να μεταμελήσουμε για τη ζωή που χάθηκε”. Τώρα γιατί με συγκινεί; Νομίζω ότι έχω πολύ ισχυρή αίσθηση ματαίωσης. Ισως και γι’ αυτό από τη φύση της αυτή η δουλειά είναι μάταιη. Δηλαδή, τρως τα σώψυχά σου για να γίνει κάτι, γίνεται και περνάει. “Τα Κύματα” και το “Τέφρα και σκιά” ήταν και διαβάσματα της εφηβείας μου. Χωρίς τότε να αντιλαμβάνομαι, ούτε τώρα, και νομίζω ότι μέχρι το τέλος δεν αντιλαμβάνεσαι το βαθύτατο άκρο της ουσίας τους, αλλά από τότε ένιωθα αυτή την υπαρξιακή αναζήτηση. Αναρωτιόμουν, τελικά τι κάνουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Μπορούμε ν’ αντέξουμε; Κι αν δεν μπορούμε ν’ αντέξουμε, ας συμφιλιωθούμε μ’ αυτό κι ας δούμε τι καλό έχει από εκεί κι ύστερα».

– Ηταν επιλογή σου ή προέκυψε να είναι την ίδια σεζόν και τα τρία αυτά έργα;

– Φέτος ήταν καθαρά επιλογή μου τα έργα. Είπα ότι θα είναι αυτά. Για μένα αυτή η χρονιά είναι και το τέλος ενός κύκλου. Δεν ξέρω ποια είναι η συνέχεια, αλλά είναι το τέλος ενός κύκλου.
«Θέλω να φύγω…»

– Πώς τον ορίζεις αυτόν τον κύκλο;

– Κάποια στιγμή φτάνεις σ’ ένα σημείο, που νιώθεις ότι πρέπει να τοποθετηθείς αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θέλω να ξανακάνω παραστάσεις, αλλά νιώθω ότι η περίοδος που ζούμε, όπως τη ζούμε, με τα ερεθίσματα που έχουμε, με περιορίζει πολύ. Ισως επειδή πολλά πράγματα ήρθαν και νωρίς σε μένα. Αισθάνομαι ότι θέλω να φύγω για ένα χρόνο, για ένα διάστημα, ακόμα και να κάνω μεταπτυχιακό. Εννοώ για λόγους μελέτης του αντικειμένου, χωρίς την απαίτηση της παραγωγής. Και το οργανώνω αυτό για το τέλος του 2017. Εξω είναι καλύτερα στο πολύ βασικό και στο μονομανές το δικό μου: στο πώς αντιμετωπίζουν την τέχνη. Είναι κάτι που θεωρούν κομβικό, δεν το θεωρούν παραπαίδι. Εχουμε κι ένα μουσείο, άντε να το συντηρήσουμε· έχουμε και κάτι θέατρα που πεθαίνουν, άντε να τους δώσουμε λεφτά, αλλά ας μην τους δώσουμε· έχουμε κι ένα φεστιβάλ – τι να το κάνουμε; Ας διώξουμε τον διευθυντή του. Τα πράγματα έτσι γίνονται εδώ. Δεν υπάρχει πραγματική έγνοια. Στο εξωτερικό βλέπεις ανθρώπους που ακόμα κι αν δεν τους αρέσει κάτι, έχουν τέτοιο πάθος να το συζητήσουν, γιατί τους αφορά το ίδιο το αντικείμενο. Οχι επειδή κάποιος είναι φίλος κάποιου. Γίνεται μια ώσμωση πραγμάτων έξω, που με τροφοδοτεί πολύ περισσότερο. Η τέχνη είναι κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Αυτό δεν έχει συμβεί στην Ελλάδα.

Ο Δημήτρης Καραντζάς σκέφτεται τις Βρυξέλλες για το μεταπτυχιακό του. Γιατί Βρυξέλλες; «Ισως γιατί από νωρίς, οι περισσότερες παραστάσεις που με ενέπνεαν ήταν του χορού. Μ’ ενδιαφέρει πολύ η τοποθέτηση των ανθρώπων στον χώρο. Κι αυτός ο τομέας είναι σε πολύ μεγάλη άνθηση στο Βέλγιο. Σκέφτομαι ένα μεταπτυχιακό για το πώς η μουσικότητα δεν είναι μόνο μουσική, είναι και λόγος, είναι και κίνηση».

Είναι ευλογία η Ρένη Πιττακή

Εχει ξεχωριστή σχέση με τους ηθοποιούς του ο Δημήτρης Καραντζάς. Δίνεται και δένεται. «Ο Περικλής Μουστάκης, η Μαρία Κεχαγιόγλου, η Αλεξία Καλτσίκη και ο Μιχάλη Σαράντης είναι άνθρωποι με τους οποίους έχω δουλέψει και θα ξαναδουλέψω, είναι οικογενειακή ιστορία που ξεκίνησε από τρομερή εκτίμηση. Αλλά έχω ενθουσιαστεί με τη Ρένη Πιττακή, μια ηθοποιό αδιαμφισβήτητης αξίας. Είναι η πιο εργατική, επίμονη και επί της ουσίας πωρωμένη με τη δουλειά της ηθοποιός. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην παιδέψει κάτι, αλλά πάντα με την αθωότητα του μαθητή. Είναι τρομερή η εμπιστοσύνη που έδειξε. Δεν ξέρω τι να πω. Είναι η ευλογία ενός σκηνοθέτη». Η Ρένη Πιττακή επιστρέφει με αυτή την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης, έπειτα από 15 χρόνια, και φέτος συμπληρώνει και 50 χρόνια παρουσίας στο ελληνικό θέατρο.

«Τέφρα και σκιά», ένα έργο που ήταν εκεί ψηλά κι εγώ πολύ πολύ χαμηλά

– Από τα τρία έργα που σκηνοθέτησες φέτος, ποιο ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα;

– Και τα τρία τα θεωρώ αριστουργήματα, και τα τρία με δυσκόλεψαν πολύ, αλλά ένα ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα: το «Τέφρα και σκιά». Επειδή έχεις δύο άτομα πάνω στη σκηνή, που αν γλιστρήσει κάτι από τη μία ή την άλλη πλευρά δεν ισχύει τίποτα. Είναι ένα έργο κρυπτικό, που πρέπει να το κάνεις συγκεκριμένο, όχι λογικά, αλλά να του βρεις μια γλώσσα ώστε να επικοινωνήσει κάποιος και να κάνει τις δικές του αναγωγές. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Κι επίσης ως σύγχρονη γραφή το θεωρώ συμπυκνωμένο αριστούργημα. Είναι ένα έργο του 1996 και με τη σύγχρονη γραφή έχουμε πρόβλημα, δηλαδή δεν έχουμε σοβαρή πρόταση δραματουργίας. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα τόσο έντονα ότι το έργο ήταν εκεί ψηλά κι εγώ πολύ πολύ χαμηλά και το κοίταζα με απόλυτο δέος, μη τυχόν και το καταστρέψω.

– Και ο Ιψεν; Και το «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί»;

– Είναι ένα πολύ παράξενο έργο. Ο Ιψεν στην πρώτη πράξη περιγράφει ένα θερινό αναπαυτήριο. Μετά περιγράφει ένα απότομο οροπέδιο με ρυάκια και στην τρίτη πράξη περιγράφει την κορυφή απόκρημνου όρους, που στο τέλος έρχεται μια χιονοστιβάδα και τους παίρνει. Ο Ιψεν, όντας και διευθυντής σκηνής, ήξερε ότι αυτό το έργο αποκλειόταν να ανέβει. Και πράγματι, ανεβαίνει σπάνια. Ο υπότιτλος του έργου είναι «ένας δραματικός επίλογος σε τρεις πράξεις», και για μένα είναι πιο σημαντικό από τον τίτλο. Είχε πει κάποτε ότι το «να γράφεις είναι σαν να δικάζεις τον εαυτό σου». Και εδώ το κάνει 100%. Δηλαδή στο πώς επιτίθεται στην τόσο αυστηρή κατασκευαστική ιδιότητα του καλλιτέχνη, στην ουσία επιτίθεται στον εαυτό του. Ο κεντρικός ήρωας, η περσόνα του Ιψεν, είναι ένας γλύπτης. Που κάποια στιγμή, στο έργο, σταματάει να κάνει αριστουργήματα και κάνει προτομές. Τα μεγάλα του έργα, η «Νόρα», η «Εντα Γκάμπλερ», ο «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» είχαν εκληφθεί ως προσωπογραφίες, ως προτομές δηλαδή, και αυτό τον είχε ενοχλήσει πάρα πολύ. Σ’ αυτό το έργο προσπαθεί να κινηθεί σε πιο οικουμενικά πράγματα. Δηλαδή είναι σαν να παίζονται όλα. Αυτό το «όταν» είναι κάτι επείγον για μένα. Δηλαδή, έστω στο τέλος της ζωής κι αφού έχουμε χάσει ό,τι έχουμε χάσει, να δούμε. Κι επειδή είναι το τελικό του σήμα, η διαθήκη του, είναι πολύ συγκινητικό. Σε αυτό το έργο χρησιμοποιεί όλα τα μοτίβα του: το ιψενικό τρίγωνο, την αποστολή του ανθρώπου, αλλά όλα δεν αναπτύσσονται όσο στα άλλα έργα. Εδώ λέγονται για να αναιρεθούν. Εδώ ισχύει η ανάγκη «ν’ ανέβουμε στα ψηλά βουνά και να δούμε όλο το μεγαλείο του κόσμου».

​​«Τα κύματα» παρουσιάζονται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση έως τις 22 Απριλίου. Το έργο του Ιψεν «Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» παίζεται στο Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο), Τετάρτη στις 8 μ.μ., Πέμπτη – Κυριακή στις 9.15 μ.μ., έως τις 29 Απριλίου.