ΘΕΑΤΡΟ

Ας ερχόσουν για λίγο… με τραγούδια και ιστορίες

Ας ερχόσουν για λίγο… με τραγούδια και ιστορίες

Στην αρχή ήταν η επιτυχία της παράστασης για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Επειτα ακολούθησε το αφιέρωμα στον Αττίκ. Και έτσι εδώ και έξι – επτά χρόνια παρακολουθούμε να ανεβαίνουν βιογραφίες καλλιτεχνών στη σκηνή και το κοινό να επιβραβεύει κάθε παραγωγή που αναμοχλεύει τα αισθήματα. Η ζωή του Μίκη Θεοδωράκη, της Μελίνας Μερκούρη, της Σοφίας Βέμπο, του Αλέκου Σακελλάριου, της Σωτηρίας Μπέλλου από την Ντίνα Κώνστα, και τώρα στο ΚΘΒΕ, με την Εφη Σταμούλη, της Ζωζώς Σαπουντζάκη… Νοσταλγικές παραστάσεις για καλλιτέχνες που ο κόσμος αγάπησε στο θέατρο, το σινεμά ή το τραγούδι, θεάματα μικρά ή μεγάλα για μια εποχή που συνδέεται με την αθωότητα άλλων χρόνων.

Σε όλες αυτές τις παραστάσεις έχει σημασία ότι το κοινό δεν ζητάει μόνο να ακουμπήσει στα τραγούδια που αγάπησε αλλά ζητάει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί για τη ζωή και το έργο των ανθρώπων που τα έγραψαν ή τα ερμήνευσαν. Ρετρό διάθεση που με την ευκαιρία φωτίζει και προσωπικότητες οι οποίες επί δεκαετίες έμεναν μακριά από τα φώτα, παρότι οι δημιουργίες τους είναι διαρκώς παρούσες. Οπως στην περίπτωση του Μιχάλη Σουγιούλ. Μετά την επιτυχία του αφιερώματος στο Μέγαρο Μουσικής (το 2013), τώρα η μουσικοθεατρική παράσταση «Ας ερχόσουν για λίγο» με σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μαλισσόβα και πρωταγωνιστή τον Γιάννη Μπέζο, που ξεκινάει στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» τα Δευτερότριτα (14/3), έρχεται να μας θυμίσει αγαπημένα ταγκό, ρομάντζες, βαλς, καντάδες, δημοτικά, πατριωτικά αλλά και αρχοντορεμπέτικα που έγραψε ο πρωτοπόρος Μικρασιάτης συνθέτης.

Δέκα ηθοποιοί, 6 χορευτές, 12 μουσικοί, κι ανάμεσά τους η Τάνια Τρύπη και η Ευρυδίκη, θα μας ταξιδέψουν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και στα χρόνια που γράφτηκαν τραγούδια όπως τα: «Ασ’ τα τα μαλλάκια σου», «Ο μήνας έχει εννιά», «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Αρχισαν τα όργανα», «Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα», «Το τραμ το τελευταίο», «Μια ζωή την έχουμε», «Αλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα» και φυσικά το «Ας ερχόσουν για λίγο».

«Γνωρίζουμε τις επιτυχίες του αλλά όχι πολλά για τον δημιουργό τους. Ανακάλυψα τον κόσμο του και το περιβάλλον που δημιούργησε ο Σουγιούλ, όταν ετοίμαζα το αφιέρωμα στον Αλέκο Σακελλάριο», λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαλισσόβας. «Οι Σακελλάριος, Γιαννακόπουλος, Σουγιούλ, Τσιφόρος, Γούναρης ήταν μια ανδροπαρέα που έγραψε ιστορία στον κινηματογράφο, το ελληνικό τραγούδι και το θέατρο. Ξεχώρισαν όμως και για τα αστεία τους. Αυτά ήταν η αφορμή για να προσεγγίσω το έργο του και να μάθω για την προσωπικότητά του».

Τα τραγούδια του Μιχαήλ Σουγιουλτζόγλου (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Σουγιούλ) είναι διαχρονικά. «Επειδή όμως πέθανε νέος (1906-1958), δεν πρόλαβε να αφήσει αποτύπωμα στην τηλεόραση. Αφησε ωστόσο τραγούδια εξαιρετικά, όπως είναι το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» που είναι ο δεύτερος εθνικός ύμνος της χώρας. Σκοπός μου είναι να φωτίσω αυτή την προσωπικότητα αλλά και να δείξω στον θεατή ότι οι άνθρωποι είχαν ελπίδα τότε παρά τις δυσκολίες».

Επιστροφή λοιπόν στη Σμύρνη του 1900, το Αϊδίνι όπου γεννήθηκε ο δημιουργός, μέλος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, με μόρφωση, χρήματα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό στη μουσική. «Η Τάνια Τρύπη και η Ευρυδίκη υποδύονται τις διάφορες γυναίκες που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του δημιουργού, από τις δύο συζύγους έως τις γυναίκες που συνεργάστηκε: Στέλλα Γκρέκα, Σοφία Βέμπο, Κούλα Νικολαΐδου, Καίτη Μπελίντα, Σπεράντζα Βρανά, Ζωζώ Σαπουντζάκη κ.ά.».

Για να ετοιμαστεί η παράσταση, τον βοήθησαν κυρίως οι κόρες του συνθέτη, Ηρώ και Αλίκη. Από τις πιο αγαπημένες του ιστορίες είναι αυτή για το «Τραμ το τελευταίο». Είναι γνωστό πως προτιμούσε να γράφει ρομάντζες, βαλς και ταγκό. Η επιμονή του Σακελλάριου του άνοιξε τον δρόμο στα αρχοντορεμπέτικα και σε μια νέα καριέρα.

Τα αστεία της καλλιτεχνικής ανδροπαρέας είναι επίσης ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. «Οπως τότε που έγραφαν στο Κάιρο. Πολλές ταινίες γυρίζονταν εκεί. Ο Σουγιούλ ήταν με τον Γιαννακόπουλο στην Αίγυπτο και επρόκειτο να επιστρέψουν στην Αθήνα. Εχουν πάρει μάλιστα και τα δώρα για τους δικούς τους. Ανάμεσά τους κρασιά, ουίσκι, χαβιάρι, ακριβά ζαμπόν και άλλα τέτοια αγαθά. Λάτρεις όμως του καλού φαγητού, όσο ετοιμάζονταν άρχισαν να καταναλώνουν τα δώρα και τελικά τα έφαγαν και τα ήπιαν όλα. Φυσικά δεν πρόλαβαν να επιστρέψουν την ημέρα που λογάριαζαν. Μια άλλη ιστορία ήταν όταν παντρευόταν η Μπέμπα Δόξα, που για να πειράξουν τον γαμπρό, έβαλαν ινδική κάνναβη στο λιβανιστήρι του ιερέα και μεράκλωσε όλο το κάλεσμα… Ηταν μεγάλα ταλέντα αλλά και τρομεροί πλακατζήδες».

Ο Δ. Μαλισσόβας, έχοντας σκηνοθετήσει αφιερώματα στην Πιαφ, τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, τον Αλ. Σακελλάριο, υποστηρίζει πως «το κοινό διψάει για την ιστορία του τραγουδιού. Το γοητεύουν η μουσική και το αφήγημα. Θέλει να ξέρει τι θα ακούσει, διότι αυτό σημαίνει ότι θα περάσει καλά, ότι ακουμπάει σε κάτι ασφαλές. Θέλει να ανατρέξει στο παρελθόν για να κρατηθεί στο μέλλον».