ΘΕΑΤΡΟ

Προφητεύοντας το φρικτό σήμερα

Προφητεύοντας το φρικτό σήμερα

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Σ’ εσάς που με ακούτε
σκηνοθ.: Μάνος Καρατζογιάννης
θέατρο: Σημείο

Ισως είναι η πρώτη φορά, μετά τις σκηνοθεσίες του Κουν και αργότερα του Βογιατζή, που έργο της Αναγνωστάκη μού προκάλεσε την ιδιαίτερη εκείνη ταραχή που οφείλει –κατά τον Τόμας Μπέρνχαρντ– να προκαλεί το θέατρο στο κοινό. Καλύτερος τρόπος να τιμηθούν τα πενήντα χρόνια σκηνικής παρουσίας αυτής της απλαστογράφητης μήτρας της νεοελληνικής δραματουργίας δεν θα υπήρχε από το ευθύβολο ανέβασμα του τελευταίου, συμβολικού, ευρυγώνιου και τόσο προφητικού έργου της με τον δισυπόστατο τίτλο: «Σ’ εσάς που με ακούτε». Τίτλος που αναφέρεται τόσο στην ίδια όσο και στους ήρωες του έργου, που ζητούν ν’ ακουστούν –από μικροφώνου μάλιστα– σ’ εμάς, στον κόσμο, στην κοινωνία. Ελάχιστοι έγραψαν τόσο έξοχους, τσεχοφικής δύναμης μονολόγους για… ενσωματωμένο στην υπόθεση μικρόφωνο, πριν γεμίσουν σκηνές και προσκήνια καινοτόμων, δήθεν, παραστάσεων μ’ αισθηματοκτόνα μικρόφωνα και ψυχρές, μετωπικές εξαγγελίες αντί για παίξιμο.

Οι συγγραφικοί πυλώνες της Αναγνωστάκη ορίζονται εξαρχής: ξένη χώρα, διαφορετικές γλώσσες κι εθνότητες σε κλειστό χώρο, ήχοι από ταραχές στον δρόμο. Κάτι συμβαίνει έξω, κάτι ετοιμάζεται μέσα, που μας αφορά: Βερολίνο, παραμονές ενός φιλειρηνικού φόρουμ κατά της παγκοσμιοποίησης. Ο εκπαιδευτικός, με άνοια πια, Χανς και η Ελληνίδα γυναίκα του, Μαρία, υπενοικιάζουν δωμάτια σε νέους, κυρίως φοιτητές. Ο Αγης, ζευγάρι με την όμορφη και νεαρή Σοφία, ετοιμάζει τον αυριανό του λόγο. Μαγνητοφωνεί τον ορυμαγδό στους δρόμους, πυροβολισμούς, κραυγές και τα μειξάρει με λόγους-εξομολογήσεις από μικροφώνου των ενοίκων, Χανς, Μαρίας, Σοφίας, του διανοούμενου και χρήστη ναρκωτικών Ιβάν και της οικογένειας της Σοφίας που φθάνει από την Ελλάδα μέσω Τουρκίας: της μητέρας της, Ελσας, του ανάπηρου αδελφού της Νίκου και του φίλου του Τζίνο. Θα παρουσιάσει το βιβλίο του με ηρωίδα τη Ρόζα Λούξεμπουργκ μεταφερμένη στις μέρες μας, στο πρόσωπο της Σοφίας. «Το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο για να επανεμφανιστούν υπαινικτικά θέματα και χαρακτήρες από παλαιότερα έργα της συγγραφέως», σημειώνει στην εκτενή μελέτη του ο σκηνοθέτης, που με άκρως διεισδυτική και ανεξάρτητη ματιά ανέδειξε και τις πιο υπαινικτικές αποχρώσεις και αναφορές του έργου.

Σ’ έναν κενό χώρο με καθίσματα πρόβας (Γιάννης Αρβανίτης), κενωμένο σχεδόν κι από ενδυματολογικές, ηχητικές, οπτικές, φωτιστικές (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) οδηγίες της συγγραφέως, τα πρόσωπα κάνουν πρόβα την ιδιωτική επανάστασή τους μέσα σ’ αυτό, που θα μπορούσε να είναι και γενική επανάσταση. Μιλούν «σ’ εμάς που τους ακούμε» με πάθος, εξομολογητικά, απολογητικά αλλά και σχετικά με όσα συμβαίνουν έξω, τις συγκρούσεις, τον τρόμο, τους ρατσιστές, τους ναζί, μια νέα ράτσα cool ανθρώπων εργαστηρίου, που θα έρθει να μας αφανίσει βασανιστικά όλους εμάς, τους τρομοκρατημένους, συναισθηματικούς ανθρώπους.

Η Αναγνωστάκη προφητεύει, αρχές του 21ου αιώνα, όσα ζούμε κυρίως την τελευταία δεκαετία επειδή αρνηθήκαμε τη συνευθύνη μας σ’ αυτά, δεν δεχτήκαμε τη διαφορετικότητα γύρω μας, δεν αντιμετωπίσαμε εαυτούς και διπλανούς ως εγκλωβισμένους που διεκδικούν λόγο, χρόνο, ύπαρξη, δεν είδαμε τις αστραπές πριν από τη νεοναζιστική καταιγίδα της Ευρώπης, που είχε κλειστά κι ένοχα μάτια πολύ πριν απ’ τα κλειστά σύνορα για τους αθλίους Αιγαίου, Ειδομένης, Λαμπεντούζας.

Ο Χανς του Αντριαν Φρίλινγκ, πειστική φιγούρα, ανοίγει εκφραστικά στη γλώσσα του τη παράσταση. Η Δανάη Επιθυμιάδη, σπαραχτικά μόνη κι εγκλωβισμένη Σοφία της απόρριψης και της πτώσης. Εξοχος Ιβάν ο Μάνος Στεφανάκης, άρθρωσε διάπυρο τον δυσοίωνο λόγο του, όπου εξάρτηση, διάνοια και παραίτηση μπλέκονται εφιαλτικά. Η πανταχού Ελληνίδα Μαρία, της πολύ καλής Μαρίας Ζορμπά, χόρεψε εξαιρετικά τη νοσταλγία και τον ρόλο της, ενώ η Κλεοπάτρα Μάρκου ερμήνευσε με δύναμη και συναίσθημα τα τραγούδια της Τρούντελ. Ο Ανδρέας Κοντόπουλος είχε τη φλόγα και την ορμή που πυρπολούν τον Αγη, ο Γιάννης Καραούλης το ταμπεραμέντο και την αλαφράδα του Ναπολιτάνου Τζίνο, ενώ ο Γιώργος Σαββίδης, τη σιωπή, τη μοναξιά και τον τρόμο του ανάπηρου ομοφυλόφιλου Νίκου. Η Ολια Λαζαρίδου, ως αλκοολική, εγωίστρια Ελσα-Αρκάντινα, κατέθεσε μια συνταρακτική φωνητική, σωματική, κινησιολογική ερμηνεία, συγκρίσιμη με της πρώτης διδάξασας τον ρόλο, Ρένης Πιττακή το 2003.