ΘΕΑΤΡΟ

«Προδοσία», ένα παιχνίδι με τον χρόνο και τον χώρο

«Προδοσία», ένα παιχνίδι με τον χρόνο και τον χώρο

– Πολύς καιρός!

– Ναι, πολύς.

Ο διάλογος μεταξύ των δύο πρώην εραστών μπροστά στον τεράστιο καθρέφτη του ισογείου του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά, με δεκάδες βλέμματα στο μισό μέτρο να καταγράφουν ακόμη και τις ανάσες, δεν είναι συνηθισμένη εμπειρία για το παραδοσιακό κοινό. Ομως τίποτα δεν μοιάζει πιο απολαυστικό από το να παρακολουθούν όρθιοι τον διάλογο των δύο ηθοποιών, της Μαρίας Σκουλά και του Νίκου Ψαρρά, της Εμας και του Τζέρι, υψώνοντας τα κεφάλια τους μη και χάσουν κάτι από την αφήγηση. Σαν να κρυφοκοιτάζουν…

Συνήθως στις ερωτικές ιστορίες παρακολουθούμε μια σχέση με χρονική σειρά. Από το αρχικό πάθος, στην εξάτμισή του και ύστερα στο πάγωμα κάθε αισθήματος. Ο Χάρολντ Πίντερ αρχίζει με το τέλος της σχέσης και μετά με μια ειρωνεία φτάνει στο αρχικό πάθος. Η ιστορία που παρακολουθούμε οι 85 θεατές καταπιάνεται με την παράνομη σχέση ενός άντρα με τη γυναίκα του καλύτερου φίλου του. Αλλά δεν είναι η απιστία αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα, αλλά η προδοσία.

Το κοινό μετακινείται βιαστικά από το φουαγιέ στην είσοδο του θεάτρου. Η κεντρική πόρτα κλείνει. Ο Γιώργος Γλάστρας, ο οποίος υποδύεται τον απατημένο της ερωτικής ιστορίας, παίρνει θέση απέναντι στον πρώην εραστή της συζύγου του, τον Νίκο Ψαρρά. Παύσεις και λεπτό χιούμορ. Οι θεατές παρακολουθούν τον διάλογο ανυπόμονα, σαν μια γρήγορη παρτίδα πιγκ πογκ. Τα βλέμματα πηγαινοέρχονται από τον έναν αντίπαλο στον άλλον.

Στην «Προδοσία» που έστησε ο Γιάννης Μόσχος στο Δημοτικό του Πειραιά, το κοινό περιηγείται αναζητώντας τη συνέχεια της ιστορίας του Πίντερ. Ανεβαίνει τη σκάλα, ακολουθεί τις ταξιθέτριες στο μεγάλο φουαγιέ του ορόφου, θαυμάζει την αίθουσα με τους έξι πολυελαίους, τις βελούδινες κουρτίνες, την περίτεχνη οροφή με τα φατνώματα, κι έπειτα διστακτικά κάθεται στις καρέκλες. Και όταν καθίσει κι ο τελευταίος θεατής, οι τρεις ηθοποιοί ξετυλίγουν την προδοσία που όρισε για όλους ο χρόνος, αποκαλύπτοντας τους εαυτούς τους.

Το παιχνίδι ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν μεταφέρεται σε διάφορα σημεία του ιστορικού θεάτρου, μετακινείται από τη φινετσάτη αίθουσα στην επιβλητική σκάλα, επιστρέφει στο φουαγιέ, έπειτα στην πλατεία της μεγάλης σκηνής με το κοινό στα θεωρεία.

Και είναι αυτό το παιχνίδι με τον χρόνο που κέρδισε τον Γιάννη Μόσχο, ώστε να καταπιαστεί με τον Πίντερ. «Θεωρώ ότι ήταν η κατάλληλη ηλικιακή στιγμή. Τα σαράντα είναι η ηλικία μετάβασης, νιώθεις σαν να μην έχεις όλο τον χρόνο μπροστά σου. Στα 45 μου, αισθάνομαι ότι πρέπει να κερδίζουμε τον χρόνο και όχι να τον αφήνουμε να φεύγει. Βλέπετε, στη ζωή υπάρχει κι ένα σκόρπισμα ψυχικό και σωματικό. Για να προχωρήσεις στο μέλλον, πρέπει να αφήσεις τα βαρίδια του παρελθόντος», λέει στην «Κ».

Κωμωδία και δράμα

«Σε αυτόν τον συγγραφέα με γοητεύει η ισορροπία κωμωδίας – δράματος που υπάρχει στα έργα του, αν και υπερισχύει το δραματικό περιεχόμενο». Ο ίδιος γέρνει προς το χιούμορ του συγγραφέα. Κι εδώ, στο πλέον αυτοβιογραφικό κείμενο του Βρετανού νομπελίστα, ακόμη περισσότερο. Η «Προδοσία» γράφτηκε το 1978 αφού χώρισε με την πρώτη του γυναίκα, Βίβιεν Μέρτσαντ, και εξιστορεί στην ουσία την εξωσυζυγική σχέση του παντρεμένου τότε Πίντερ με την τηλεπαρουσιάστρια του BBC Τζόαν Μπέικγουελ. «Διαβάζοντας το βιβλίο “The Life and Work of Harold Pinter” του Μάικλ Μπίλινγκτον (σημαντικός Αγγλος κριτικός και θεατρολόγος) μου αποκαλύφθηκε ο Πίντερ. Εκεί υπάρχει και η μαρτυρία της πρώτης συζύγου, η οποία περιγράφει πόσο έκπληκτη ένιωσε όταν πρωτοδιάβασε την “Προδοσία” και αναγνώρισε την προσωπική της ζωή».

Είναι ένα έργο λόγου. Η ίδια η δραματουργία δεν αφήνει χώρο να συμβούν απρόσμενα πράγματα στη δράση. Το έργο ξεκινά με τη συνάντηση των δύο πρώην εραστών, δύο χρόνια μετά τη διακοπή του δεσμού τους, και πηγαίνει πίσω στον χρόνο, για να καταλήξει τη μέρα που αρχίζει ο «παράνομος» δεσμός τους, δέκα χρόνια πριν.

Η διαφήμιση της παράστασης «Πίντερ περιπατητικός» φέρνει στο θέατρο διαφορετικό κοινό. Και είναι φανερό πως κερδίζει ακόμη κι εκείνους τους θεατές που έφτασαν μέχρι το Δημοτικό του Πειραιά χωρίς να γνωρίζουν πολλά για τον Βρετανό συγγραφέα και την ιδιαίτερη γραφή του. «Μετέφερα τη μετακίνηση του χώρου στους θεατές, διότι πιστεύω ότι ταυτίζεται με τη μετακίνηση στον χρόνο. Ορίζει μια διαφορετικότητα και στο στήσιμο της παράστασης. Οι ηθοποιοί οδηγούνται σε ένα άνοιγμα σε σχέση με τον χώρο όπου βρίσκονται. Το γεγονός ότι ο Πίντερ ονομάζει το έργο του “Προδοσία”, για μένα σημαίνει ότι παίζει με την προδοσία του χρόνου. Πώς ο χρόνος μάς προδίδει όλους; Πώς αλλάζουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε; Πώς διαβρώνει αυτό που είμαστε, αισθήματα και πιστεύω; Είναι σαν να συνειδητοποιεί ο θεατής πόσες διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του υπάρχουν μέσα στον χρόνο». Είναι έργο λεπτών αποχρώσεων που χάνει τους χυμούς του όταν μπει σε μια θεατρική σύμβαση. «Η παρακολούθηση των ηθοποιών σε απόσταση αναπνοής, τόσο κοντά κι ανάμεσα στον κόσμο, βάζει το κοινό πιο έντονα στην κλειδαρότρυπα των σχέσεων των ηρώων. Η παρακολούθηση της λεπτομέρειας αυτής πάνω στις ζωές νομίζω ότι είναι βοηθητική για τη δραματουργία. Δεν υπάρχει αυτή η δεδομένη σχέση ηθοποιού – σκηνής γιατί κάθε φορά παρακολουθεί κανείς από άλλη οπτική τις σκηνές». Η ιδέα της μετακίνησης μοιάζει να ευνοεί την ιστορία, ακόμη κι αν χάνονται οι μεγάλες παύσεις που απολαμβάνει κανείς στον Πίντερ.

Στα έργα μου, είχε πει στην εφημερίδα The Times το 1959 ο Πίντερ, «με απασχολούν κατά κύριο λόγο οι άνθρωποι. Σε πολλά έργα συναδέλφων μου βλέπω το φάντασμα του συγγραφέα να πλανάται πάνω από τους θεατρικούς ήρωες, επιβάλλοντάς μου κάθε στιγμή τι πρέπει να σκεφτώ γι αυτούς. Εγώ θέλω, όσο το δυνατόν περισσότερο, να αφήσω τους θεατές να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα, θέλω μόνοι τους να αποφασίσουν για τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις, να αποφασίσουν αυτοί αν αυτό που βλέπουν είναι αστείο ή θλιβερό».

Ογδόντα λεπτά αργότερα, οι ηθοποιοί αποσύρονται στα καμαρίνια. Ο σκηνοθέτης που παρακολουθούσε όρθιος κοντά στην πόρτα τις αντιδράσεις του κοινού, χαίρεται τα σχόλια κάποιων από τους θεατές. Το θέατρο ησυχάζει. Στο ισόγειο η γυναικοπαρέα τιτιβίζει ενθουσιασμένη με την εμπειρία: «Κορίτσια, σήμερα συνάντησα τη δική μου ζωή», λέει η σιωπηλή 35άρα της συντροφιάς.

​​Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 7 Μαρτίου και θα διαρκέσει έως τις 10 Απριλίου. Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Ηρώων Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς.