ΘΕΑΤΡΟ

Το πικρό, ιψενικό λυκόφως

Το πικρό, ιψενικό λυκόφως

Ο Ρούμπεκ, ηλικιωμένος γλύπτης με διεθνή αναγνώριση, γνωστός από το προ εικοσαετίας έργο του «Η ανάσταση», με μοντέλο την ολοκληρωτικά δοσμένη σ’ εκείνον Ειρήνη, την οποία τότε εγκατέλειψε αποκαλώντας την «αισθηματικό επεισόδιο». Εκτοτε την καλλιτεχνική απραξία και το κοινό του ξεγελάει με προτομές-παραγγελίες πλουσίων και ματαιόδοξων. Παντρεμένος με την πολύ νεότερή του Μάγια, έζησαν στο εξωτερικό και τώρα βρίσκονται σε ξενοδοχείο λουτρόπολης ενός φιορδ με τη σχέση τους σε τέλμα. Συναντούν τον άξεστο κτηματία κι αρκουδοκυνηγό Ούλφχαϊμ που προσκαλεί τη γοητευμένη Μάγια να της δείξει τα ψηλά οροπέδια. Στο ξενοδοχείο μένει και η παράξενη άγνωστη στα άσπρα, συνοδευόμενη από μια μαυροφορεμένη φιγούρα. Είναι η Ειρήνη, δύο φορές παντρεμένη, τρόφιμος πια σε μοναστηριακό άσυλο, που την συνοδεύει παντού μια διακόνισσα-δεσμώτης. Κατηγορεί τον Ρούμπεκ πως της έκλεψε ζωή και ψυχή νιώθοντας έκτοτε ζωντανή-νεκρή. Εκείνος, μεταμελημένος, την ικετεύει να τον ακολουθήσει στα ψηλά οροπέδια, να ξαναβρούν έρωτα και δημιουργία, ν’ αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο. Στη τρίτη πράξη συναντιούνται τα δύο ζευγάρια στο απόκρημνο μονοπάτι ενώ πλησιάζει θύελλα. Μάγια και Ούλφχαϊμ κατεβαίνουν προς την ασφάλεια της κοιλάδας ενώ Ρούμπεκ και Ειρήνη συνεχίζουν προς την κορυφή. Χιονοστιβάδα τούς γκρεμίζει στην άβυσσο. Η διακόνισσα κλείνει το δράμα λέγοντας: «Ειρήνη σ’ εσάς».

Το έργο συμπληρώνει την τριλογία του ιψενικού απολογισμού (1892- 1896), αλλά με πολλές δομικές αλλαγές και τέχνη γεμάτη πανουργία και ωριμότητα, εξελίσσεται σ’ ένα σπινθηροβόλο, ερμητικό, σουρεαλιστικά μοντέρνο θεατρικό, πέρα από κάθε νατουραλιστικό ή συμβολιστικό προηγούμενο.

Είναι φανερό πως ο Δ. Καραντζάς προσέγγισε το έργο από μια τέτοια σκοπιά προσθέτοντας στοιχεία της σκηνοθετικής του ιδιοσυγκρασίας, των εμμονών και οραμάτων του.

Ο χώρος (Πουλχερία Τζόβα) παραλληλόγραμμος (σαν επιδαπέδια πισίνα) με ξύλινο, βατό πεζούλι γύρω. Μερικές δεκάδες λευκά σημαιάκια σαν μικρογραφίες εμποδίων για σλάλομ βουνού, καρφωμένα στις τέσσερις γωνίες του χώρου και πολλαπλασιαζόμενα από τη διακόνισσα στη συνέχεια, περιορίζουν την κινησιολογική ελευθερία των ηθοποιών (συμβολίζοντας ίσως κάθε ελευθερία). Με τη βοήθεια μικρών ανεμιστήρων μοιάζουν να κουνιούνται πότε πότε από άνεμο. Οι κινήσεις (Ζωή Χατζηαντωνίου), συχνά στάσεις μπαλέτου, προσδίνουν τόνο διακωμώδησης σε πολλούς διαλόγους συμπληρωνόμενες από κοντές τουαλέτες (Ιωάννα Τσάμη).

Το έργο, που μετέφρασε η Ερις Κύργια, ακούστηκε –παρά τους αναίτιους και ατελέσφορους, παιγνιώδεις μικροσκηνοθετισμούς– ολοκληρωμένο, σημερινό, αληθινό. Σημαντικό κέρδος διδασκαλίας, διανομής, παράστασης.

Απολαυστική η ηχητική δραματουργία του Δημήτρη Καμαρωτού εκτελεσμένη από τον θίασο, ιδίως από τον Μιχάλη Σαράντη (κτηματία και αρκουδοκυνηγό Ούλφχαϊμ), κατά τον σκηνοθέτη ένα τρολ, μυστηριώδες και λάγνο αερικό με σωματικά – χορευτικά προσόντα. Αξιέπαινη η διανομή, ισορρόπησε έξοχα μεταξύ απαιτητικής ερμηνείας και κινησιολογικού ανορθολογισμού. Περικλής Μουστάκης (αυτοτιμωρούμενος Ρούμπεκ), Μαρία Κεχαγιόγλου (θηλυκά προσγειωμένη Μάγια), Αλεξία Καλτσίκη (αδελφή νοσοκόμα με αινιγματικό βλέμμα και ρόλο), Μενέλαος Χαζαράκης (παράξενα πηδηχτός διευθυντής λουτρών) και Ρένη Πιττακή (υπέροχα απόμακρη, παραιτημένα παράφορη, αξιομνημόνευτα ελεγχόμενη Ειρήνη) επιβεβαίωσαν πως την εξουθενωτικότερη κριτική σε έργο και ημέρες συγγραφέα την έκανε ο Ιψεν στο έργο και στη ζωή του.