ΘΕΑΤΡΟ

Οταν οι σκιές ξυπνούν…

Οταν οι σκιές ξυπνούν…

Ο,τι και να διαβάσει κανείς για μια παράσταση του Κριστόφ Βαρλικόφσκι δεν ανταποκρίνεται στο βίωμα. Γιατί ο διεθνώς βραβευμένος Πολωνός σκηνοθέτης –από τις ηγετικές παρουσίες της ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ σκηνής– δεν υπακούει σε κανόνες. Δημιουργεί παραστάσεις – θεάματα, με ετερόκλητες και αλληλοσυγκρουόμενες συχνά ερμηνείες, χρησιμοποιεί τα έργα που επιλέγει ως πρόσχημα και πηγή έμπνευσης, για να συνθέσει το δικό του σύμπαν. Ενα σύμπαν οπερετικό, υπερμέγεθες, με πληθωρισμό εικόνων και δρώμενων, ναρκισσιστικό, συχνά φλύαρο, μεγάλης ευαισθησίας και εξίσου μεγάλης έλλειψης οικονομίας, που φλερτάρει με το ιδιοφυές όσο και με το δυσβάστακτο.

Η τέταρτη επίσκεψή του στην Ελλάδα για να παρουσιάσει τις «Phaedra (s)», «έναν παιγνιώδη σκηνικό στοχασμό για τον έρωτα ανά τους αιώνες», με πρωταγωνίστρια την Ιζαμπέλ Ιπέρ, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (20 – 22 Δεκεμβρίου), είναι ήδη sold out. Ο δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον Βαρλικόφσκι και στην Ιπέρ ανανεώνεται και διευρύνεται, καθώς φαίνεται. Το 2010 είχαν συνεργαστεί στο «Ενα λεωφορείο», βασισμένο στο «Λεωφορείον ο πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών. Τότε, είχαμε συναντήσει στο Παρίσι και τη Γαλλίδα εμβληματική ηθοποιό, σε μια αποκλειστική συνομιλία για την «Κ» (13/06/2010). Αυτή η πολύ λεπτή και μικροκαμωμένη 63χρονη γυναίκα είναι οι ρόλοι της (πάνω από 100). Λες και δεν έχει ηλικία. Απροσπέλαστη, σαν να βρίσκεται πίσω από ένα αδιόρατο τζάμι, δεν απαντάει μηχανικά στις ερωτήσεις, αγαπάει τις παύσεις, τις μισοτελειωμένες φράσεις. Κυριαρχεί με τους χαμηλούς τόνους της· δεν μπορείς να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω της ενώ δεν κάνει απολύτως τίποτα για να το κερδίσει. Μιλάει και έχεις την αίσθηση ότι παρατηρεί τον εαυτό της ως θεατής, την ίδια στιγμή που γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι και η ίδια αντικείμενο εξονυχιστικής παρατήρησης. Εχει μια σταθερή έλξη σε ρόλους γυναικών που ζουν στο όριο μιας νεύρωσης, μπορεί και ψύχωσης, αυτοκαταστροφικής και ταυτόχρονα μεταμορφωτικής. Ισως σε αυτό το σημείο συναντάει τον αγαπημένο κινηματογραφικό σκηνοθέτη της τον Μίκαελ Χάνεκε αλλά και τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι.

Με τον δικό του τρόπο

Οταν της είχαμε επισημάνει ότι οι κριτικές για το «Ενα λεωφορείο» ήταν εξίσου αρνητικές και θετικές –κάτι που ισχύει και για την τελευταία του παράσταση «Φαίδρες»– είχε απαντήσει: «Δεν είναι ένα έργο για να αρέσει σε όλους. Αυτό που κάνει ο Βαρλικόφσκι στο θέατρο είναι καινούργιο και έντονο, διαφορετικό και δυνατό. Μου ταιριάζει πολύ. Η χρήση του βίντεο στις παραστάσεις του έχει επίσης πολύ ενδιαφέρον. Εδώ και καιρό οι σκηνοθέτες προσπαθούν να εντάξουν τον κινηματογράφο στο θέατρο. Ομως, συχνά το σινεμά εμφανίζεται σαν πατερίτσα στη θεατρική σκηνοθεσία. Ο Βαρλικόφσκι έχει βρει έναν δικό του τρόπο. Δουλεύει πολύ σωματικά αλλά και εγκεφαλικά ταυτόχρονα».

Ως Φαίδρα, διαβάζουμε στον ξένο Τύπο, «αντιδρά ξέφρενα, σφαδάζει στο έδαφος σαν ζώο σε μεγάλη διέγερση, φορώντας μαύρη μίνι φούστα με φερμουάρ, ενώ διακρίνεται το ματωμένο εσώρουχό της».

Εμφανίζεται στην αρχή ως θεά Αφροδίτη, η οποία στη συνέχεια γίνεται Φαίδρα (που ερωτεύεται παράφορα τον πρόγονό της Ιππόλυτο, γιο του συζύγου της Θησέα από προηγούμενο γάμο του), μέσα σε μια παράσταση «περίτεχνο μωσαϊκό κειμένων με αναφορές εξίσου στους αρχαίους ελληνικούς μύθους όσο και στην ποπ κουλτούρα, τη φιλοσοφία και τη σύγχρονη πολιτική». Αποσπάσματα από τις τραγωδίες «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη και «Φαίδρα» του Σενέκα διασταυρώνονται με τρία σύγχρονα έργα: το «Φαίδρας έρως» της Βρετανίδας αυτόχειρος δραματουργού των ’90s, Σάρα Κέιν, το μυθιστόρημα «Ελίζαμπεθ Κοστέλο» του Νοτιοαφρικανού νομπελίστα Τζ. Μ. Κουτσί και τα κείμενα του Καναδολιβανέζου Ουασντί Μουαουάντ. Η «διακειμενικότητα», σταθερή επιλογή στις παραστάσεις του Βαρλικόφσκι, περιστρέφεται γύρω από αιώνια θέματα όπως η επιθυμία, ο φόβος του θανάτου, η ενοχή.

Παράλληλα εμπλέκονται σκηνές από την «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, το «Θεώρημα» του Παζολίνι και τη «Φράνσις» του Κλίφορντ (με πρωταγωνίστρια την Τζέσικα Λανγκ) που προβάλλονται σε μια μεγάλη οθόνη πλάσμα, μέρος του σκηνικού. Η Φαίδρα, ένα πλάσμα στοχαστικό, ειρωνικό και στοιχειωμένο, περνάει μέσα από την ομορφιά, τη σκληρότητα, την αθωότητα και την καθαρότητα για να συναντηθεί με τη δική της πραγματικότητα. «Το θέατρο του Βαρλικόφσκι κατέχει την τέχνη της αφύπνισης των σκιών», υπογραμμίζει το κείμενο στο πρόγραμμα του παρισινού «Οντεόν» όπου ανέβηκε η παράσταση πέρυσι την άνοιξη.

Δύσκολα θα βρει κανείς τις σκέψεις του ίδιου για την παράστασή του. Ο 53χρονος σκηνοθέτης αποφεύγει, αν δεν αντιπαθεί, τις συνεντεύξεις. Τον είχαμε συναντήσει το 2008 (και πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών, της εποχής Λούκου), όταν πρωτοήρθε για να παρουσιάσει το «Κρουμ» του Ισραηλινού συγγραφέα Χανόχ Λεβίν. Το ραντεβού –θυμάμαι– είχε κλειστεί με πολύ κόπο και συνεχείς αλλαγές ώρας και ημέρας, αλλά η συνομιλία μάς είχε αποζημιώσει (20/07/2008). «Ποια είναι η άποψή σας για τη σκηνική παρουσίαση των κλασικών κειμένων», τον ρωτήσαμε. «Η πρώτη σκηνοθεσία μου, στην αρχή της καριέρας μου, ήταν ο “Αμλετ”, τον οποίο τοποθέτησα στη σύγχρονη πολωνική πραγματικότητα», είπε. «Ηταν η δική μου ρήξη με τις παραδοσιακές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, τα ωραία κοστούμια, τους ωραίους ηθοποιούς, που μιλούν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Και οι μεταφράσεις, τόσο ποιητικές… Κανείς πια δεν καταλαβαίνει τι λένε αυτοί οι ήρωες. Κυκλοφορείς στους δρόμους, βλέπεις τόση βρωμιά, δυστυχία και παρακμή. Την παρακμή μιας πρώην κομμουνιστικής χώρας που οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε κτήνη από την ανέχεια. Με τις τέχνες ασχολούνταν τότε οι πλούσιοι και οι παλαιομοδίτες αστοί. Μια ιντελιγκέντσια που εξακολουθούσε να πηγαίνει στο θέατρο, σαν καθήκον στην πολωνική παράδοση. (…) Οταν επιβλήθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς, που δεν υπάκουε σε κανέναν ανθρώπινο νόμο, κατέστρεψε όλη την κοινωνία. Υστερα από 60 χρόνια κομμουνισμού ήμαστε σαν ζώα. Η Πολωνία χρειαζόταν κάτι άλλο από μια αντίληψη του “Αμλετ”, ανάλογη με αυτήν στην Αγγλία της δεκαετίας του ’80». Και στην ερώτηση αν πιστεύει ότι «το θέατρο διερευνά τις “γκρίζες ζώνες” στις ανθρώπινες σχέσεις», απάντησε: «Το θέατρο είναι κάτι πολύ σημαντικό, αν και δεν είναι απαραίτητο για να επιβιώσεις. Αυτό το ταξίδι εσείς οι Ελληνες το ξεκινήσατε πριν από 2.500 χρόνια και από τότε το ακολουθούμε για να εκφράσουμε επιθυμίες και φόβους, για να μεταφράσουμε αναζητήσεις και αγωνίες. Εκφράζουμε αυτήν την υπερχείλιση, το επιπλέον που έχουμε μέσα μας, προσπαθούμε να απαντήσουμε στον σκοπό της ζωής μας. Το θέατρο είναι παρόν για να συντροφεύει τους φόβους μας, τα ερωτήματά μας, το αίσθημα ότι είμαστε χαμένοι σε αυτόν τον πλανήτη».

​​Η παράσταση «Phaedra (s)» ανεβαίνει στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, 20 – 22 Δεκεμβρίου.