ΘΕΑΤΡΟ

Ηρωίδες δυναμικές, μοιραίες, αντισυμβατικές

Ηρωίδες δυναμικές, μοιραίες, αντισυμβατικές

Οι βιογραφίες στο θέατρο πάντα ελκύουν το κοινό, κυρίως το γυναικείο. Πορτρέτα προσώπων που έλαμψαν ή αμφισβητήθηκαν, καλλιτεχνών που ήταν σύμβολα του καιρού τους, αγαπήθηκαν στη σκηνή, ακόμη περισσότερο μέσα από το τραγούδι. Ηρωίδες δυναμικές, μοιραίες, αντισυμβατικές.

Στην Αθήνα, η «Ρόζα Εσκενάζυ. Η βασίλισσα του ρεμπέτικου» του Παναγιώτη Μέντη με τη Νεφέλη Ορφανού συμπλήρωσε ενάμιση μήνα επιτυχημένων παραστάσεων στον Πολυχώρο «Αθηναΐς» σε σκηνοθεσία του Αντώνη Λουδάρου, ενώ δυναμικά ξεκίνησε από τη Μίνα Χειμώνα το έργο «Με αγάπη… Μάγια Μελάγια» του Γιώργου Βασιλειάδη στο Altera Pars, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χαλιώτη.

«Πάντα το κοινό ενδιαφέρεται για τη ζωή μιας καλλιτεχνικής περσόνας, με τη δίψα του ανθρώπου που θέλει να συμπληρώσει το παζλ της ζωής των καλλιτεχνών που αγάπησε», λέει η Μίνα Χειμώνα. Θεωρεί πιο δύσκολο να ερμηνεύσεις μια προσωπικότητα που κουβαλά έναν μύθο. «Η Μελάγια ήταν ένα σύμβολο. Παρήλασε στα μεγαλύτερα θέατρα της Αθήνας, δοξάστηκε, αγάπησε, αγαπήθηκε. Οταν επέστρεψε από την Αμερική, αδυνατούσε να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα κι έτσι παρακολουθούμε την πτώση της και το άδοξο φινάλε».

Επί 70 λεπτά ξεδιπλώνει τη ζωή της ερμηνεύτριας του μεταπολεμικού ελαφρολαϊκού τραγουδιού, σε μια διαδρομή στα κοινωνικοπολιτικά μονοπάτια της τότε Ελλάδας αλλά και της διασκέδασης της εποχής συνοδευόμενη από τον Νίκο Πλάτανο στο πιάνο και το ακορντεόν. «Εχει ενδιαφέρον να παρακολουθείς πώς αντιμετώπιζαν οι ίδιες το κοινό και τις αλλαγές της εποχής τους, όπως επίσης έχει ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς πώς γεννήθηκαν τέτοια είδωλα μετά τον πόλεμο». Η Μάγια Μελάγια με τη βαθιά κοντράλτο φωνή, σταρ και sex symbol τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 «αγάπησε τρελά τον Γιώργο Μουζάκη, τραγούδησε επιτυχίες του, αλλά και του Μιχάλη Σουγιούλ, του Μανώλη Χιώτη κ.ά. Εδώ μιλάει για τους σταθμούς της ζωής της, τη δεύτερη καριέρα και τον γάμο της στην Αμερική, τη γνωριμία της με τη Σοφία Λόρεν».

Το είδος που εκπροσωπούσε «η βασίλισσα του ρεμπέτικου» Ρόζα Εσκενάζυ δεν υπήρχε ποτέ στα ακούσματα της Νεφέλης Ορφανού. Μεγαλωμένη σε ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό κλίμα, με πιάνο, γαλλικά, μουσικές του Λιστ, του Μπαχ και του ελαφρού τραγουδιού, «το ρεμπέτικο για τον πατέρα μου ήταν συνυφασμένο με κάτι παραβατικό. Ο ήχος του μού ήταν ξένος».

Ωστόσο κάθε Τρίτη μεταμορφώνεται στη χαρισματική ερμηνεύτρια των σμυρναίικων, της «Ρόζας της ναζιάρας» και της «Δημητρούλας». «Από ένα αστείο ξεκίνησαν όλα. Είχα νευριάσει και κάποιος από τη συντροφιά μού είπε: “Εσύ πρέπει να κάνεις τη Ρόζα Εσκενάζυ”. Ο Αντώνης Λουδάρος που ήταν παρών αναφώνησε: “Πώς δεν το είχα σκεφτεί;”. Μου είπε μάλιστα ότι ο Παναγιώτης Μέντης έχει γράψει ένα σχετικό κείμενο».

Στον 80 λεπτών μονόλογό της τα τραγούδια ακούγονται από τη φωνή της Μαρίας Σουλτάτου. «Ερχόμενη σε επαφή με κάθε μαρτυρία που υπάρχει γύρω από αυτή τη γυναίκα κατέληξα ότι πρόκειται για σπάνια προσωπικότητα. Ομολογώ πως δεν γνώριζα το μέγεθος. Χρειάστηκαν όχι ενάμισης μήνας αλλά έξι να την προετοιμάσω».

Αυτό που εντυπωσιάζει τη Νεφέλη Ορφανού στις παραστάσεις είναι η σύνθεση του κοινού. «Είναι κοινό αστικό που συχνά αναρωτιέμαι τι αναζητά να μάθει από τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζυ. Η ηρωίδα μιλάει για τα προσωπικά της, την αποστασιοποίηση της οικογένειάς της που την έδιωξε με άσχημο τρόπο, την εποχή. Την Εσκενάζυ τη θεωρώ ισάξια της Κάλλας. Εκείνη άλλαξε τη μορφή της όπερας, η Ρόζα τον ήχο του ρεμπέτικου σε συνάρτηση με τον χορό της».