ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Το «τέλειο» έγκλημα με τη βοήθεια τηλεοπτικών σειρών

Το «τέλειο» έγκλημα με τη βοήθεια τηλεοπτικών σειρών

Είναι 6 Οκτωβρίου του 2000 όταν η τηλεοπτική σειρά «CSI: στον τόπο του εγκλήματος» κάνει πρεμιέρα στην Αμερική –έντεκα μήνες μετά στην Ευρώπη–, εγκαινιάζοντας ένα αστυνομικό υποείδος με έμφαση στη συνεισφορά της επιστήμης και των εργαστηριακών αναλύσεων στην εξιχνίαση του εγκλήματος.

Τα εκατομμύρια των τηλεθεατών σε πολλές χώρες του κόσμου –και στην Ελλάδα, όπου το CSI προβάλλεται με μεγάλη επιτυχία– καταβροχθίζουν αχόρταγα τα ωριαία επεισόδια, παρακολουθώντας τις ερευνητικές ομάδες να λύνουν τα εγκλήματα με τη βοήθεια προηγμένης τεχνολογίας, καθώς μεγάλο μέρος της «δράσης» έχει μεταφερθεί στα εγκληματολογικά εργαστήρια.

Η βασική σκέψη των δημιουργών είναι ότι ο εγκληματίας μπορεί να κρυφτεί από την αστυνομία, όχι όμως από την επιστήμη, την οποία ανεβάζουν στο «βάθρο». Πλέον το αποτέλεσμα κρίνει το εργαστηριακό εύρημα και όχι η διαίσθηση και οι ικανότητες του ερευνητή.

Στην αρχή οι τηλεθεατές εντυπωσιάζονται όταν από ένα αποτύπωμα παπουτσιού ή ένα μικρό κομματάκι ύφασμα, οι ντετέκτιβ οδηγούνται στον δράστη και στη διαλεύκανση αποτρόπαιων εγκλημάτων, σιγά σιγά όμως, η επιστήμη της εγκληματολογίας αρχίζει να γίνεται πολύ οικεία στο τηλεοπτικό κοινό. Τόσο που θεωρείται μάλλον βέβαιο από πολλούς ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να απαντηθεί στο εργαστήριο. Την ίδια στιγμή, όμως, ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι με επεισόδια back to back θα αποκτήσουν αρκετή γνώση ώστε να διαπράξουν το τέλειο έγκλημα.

Προσδοκίες και ιδέες

Δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα, και αφού η σειρά έχει κερδίσει πλέον τον χαρακτηρισμό φαινόμενο και έχει γεννήσει «κλώνους», το περιοδικό Time κυκλοφορεί με ένα άρθρο στο οποίο για πρώτη φορά διαβάζουμε τον όρο «CSI effect». Η συζήτηση ξεκινάει, εμπλέκοντας αστυνομικούς, ιατροδικαστές, ψυχολόγους και πολλές άλλες ειδικότητες. Το «CSI: στον τόπο του εγκλήματος» κατηγορείται, από τη μία πλευρά, ότι ανεβάζει πολύ ψηλά τις προσδοκίες επιτυχίας της αστυνομίας και, από την άλλη, ότι δίνει ιδέες σε εγκληματίες, τους βοηθάει να καλύψουν τα ίχνη τους και να αποφύγουν τη σύλληψη.

Σύμφωνα με τους επικριτές, η σειρά ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο εργασίας της αστυνομίας και στη μεθοδολογία που ακολουθεί, αποκαλύπτει τα εργαλεία που έχει στα χέρια της ώστε να αντιδράει ταχύτατα και αποτελεσματικά. Επιπλέον, παρουσιάζει τεχνικές καταστροφής στοιχείων του εγκλήματος και τρόπους για να να παραπλανήσει κάποιος τις Αρχές, που ακόμη και αν στη μικρή οθόνη αποτυγχάνουν, ενδέχεται να αποτελέσουν το καύσιμο, την πρώτη ύλη στην προσπάθεια κάποιου να διαπράξει το τέλειο έγκλημα.

Η σειρά κράτησε 15 χρόνια, η συζήτηση όμως για το «CSI effect» επανέρχεται κάθε φορά που η αποκάλυψη ενός εγκλήματος αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Η σκέψη ότι ο δράστης έχει παρακολουθήσει αμέτρητα επεισόδια CSΙ είναι από τις πρώτες που κάνει το κοινό. Συχνά και οι αστυνομικοί που καλούνται να βρουν την άκρη.