ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το 2021 ο ατομικός «κουμπαράς» για τις επικουρικές συντάξεις

Το 2021 ο ατομικός «κουμπαράς» για τις επικουρικές συντάξεις

Εντός του 2021 κι εφόσον προηγηθούν οι αναγκαίες οικονομοτεχνικές και αναλογιστικές μελέτες, παράλληλα με τον απαιτούμενο κοινωνικό διάλογο, θα προωθηθεί η νέα μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, με αιχμή την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στις επικουρικές συντάξεις. 

Η συζήτηση μπορεί να άνοιξε εκ νέου με τη δημοσιοποίηση των προτάσεων της επιτροπής Πισσαρίδη και τις δηλώσεις του οικονομικού συμβούλου του πρωθυπουργού Αλέξη Πατέλη, ότι πρέπει «να πάψει το κράτος να παίρνει τα χρήματα των νέων και να τα δίνει στους ηλικιωμένους», αποτελεί όμως κεντρική προεκλογική δέσμευση της κυβέρνησης της Ν.Δ. Στηρίζεται δε στη λογική ότι οι εισφορές των νεοασφαλισμένων μισθωτών δεν θα χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των σημερινών επικουρικών συντάξεων, αλλά θα κεφαλαιοποιούνται στον ατομικό «κουμπαρά» του κάθε ασφαλισμένου. 

Παρεμβάσεις

Οι αλλαγές συνδέονται άμεσα με παράλληλες παρεμβάσεις στον τομέα των εισφορών αλλά και της αγοράς εργασίας, με τον νέο υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάνο Τσακλόγλου να γνωρίζει πολύ καλά ότι απαραίτητη προϋπόθεση για ένα υγιές και βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα είναι να υπάρχει ένας ισχυρός πρώτος πυλώνας, που θα διασφαλίζει την απρόσκοπτη καταβολή των κύριων συντάξεων. Ταυτόχρονα, όμως, τάσσεται και αυτός υπέρ ενός συμπληρωματικού κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, μέσα από ένα δημόσιο επικουρικό ταμείο που θα λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπάρχοντα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία, καθώς βέβαια και υπέρ ενός διαφανούς και αποτελεσματικού θεσμικού και επενδυτικού πλαισίου. Είναι ενδεικτικό ότι, παράλληλα με την προετοιμασία, οικονομοτεχνική αλλά και αναλογιστική, για το νέο σύστημα, ο νέος υφυπουργός αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα την προετοιμασία για τη βελτίωση και θωράκιση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία των επαγγελματικών ταμείων, με παρεμβάσεις κυρίως στον τομέα της φορολογικής αντιμετώπισής τους.

Βάσει του σχεδιασμού, και καθώς οι προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες έδειξαν ότι οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα είναι σημαντικό να εφαρμόζονται με κάποιο βαθμό πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, η θεσμοθέτηση του νέου εγχειρήματος τοποθετείται εντός του 2021.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, σχεδιάζεται η διενέργεια ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, στη βάση τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας και στοιχείων όχι μόνο για τις οικονομικές αλλά και τις κοινωνικές επιδράσεις των προωθούμενων αλλαγών.  

Ανταποδοτικότητα

Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του νέου εγχειρήματος βρίσκεται η ανάγκη βελτίωσης της κλονισμένης εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων απέναντι  στο συνταξιοδοτικό  σύστημα. Παράλληλα, και παρά τη συνθηματολογία, οι υποστηρικτές του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στο εσωτερικό της κυβέρνησης επισημαίνουν ότι η αλλαγή θα συμβάλει στη διαγενεακή αλληλεγγύη. Παράλληλα, επισημαίνουν πως θα αυξηθεί ο βαθμός ανταποδοτικότητας των εισφορών, καθιστώντας το σύστημα δικαιότερο.

Επίσης, και σε συνδυασμό με τη μείωση των εισφορών, που επίσης αναμένεται να συνεχιστεί εντός του 2021, στην κυβέρνηση εκτιμούν ότι θα μειωθεί σημαντικά το μη μισθολογικό κόστος εργασίας, θα περιοριστεί το μακροχρόνιο βάρος χρηματοδότησης ενός αποκλειστικά διανεμητικού συστήματος, διαφοροποιώντας τον κίνδυνο μείωσης των συντάξεων, θα αυξηθούν τα κίνητρα για συμμετοχή στην αγορά εργασίας, όπως και η εθνική αποταμίευση, οι επενδύσεις, η απασχόληση και συνεπώς το ΑΕΠ.

Είναι χαρακτηριστική η μελέτη του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την οποία η κεφαλαιοποίηση των επικουρικών, λαμβάνοντας υπόψη ένα σενάριο εγχώριων επενδύσεων της τάξης του 25%, οδηγεί σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά μέσον όρο μεταξύ 4,4 δισ. και 4,7 δισ. ευρώ κατ’ έτος, για τα επόμενα 40 χρόνια, και σωρευτικά περί τα 200 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, εκτιμάται ενίσχυση της απασχόλησης, κατά μέσον όρο τουλάχιστον κατά 70.000 νέων θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης, ανά έτος. Εάν το σενάριο ποσοστού εγχώριων επενδύσεων αυξηθεί στο 75% και προωθηθεί παράλληλα η ενίσχυση του τρίτου πυλώνα των ιδιωτικών – ατομικών ασφαλίσεων, η κεφαλαιοποίηση στις επικουρικές θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά μέσον όρο κατά 8 δισ. ευρώ κατ’ έτος και σωρευτικά περί στα 320 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, η ενίσχυση της απασχόλησης θα είναι της τάξης των 84.000 νέων θέσεων εργασίας κατά μέσον όρο τον χρόνο, για 40 χρόνια. 

Αντιδράσεις  

Υπάρχουν βέβαια και εντός της κυβέρνησης φωνές που θεωρούν την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης ως ένα μέτρο υψηλού οικονομικού, κοινωνικού και δημοσιονομικού κινδύνου. Το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο πρόβλημα της κυβερνητικής πρότασης, και αντίστοιχα το ισχυρότερο αντεπιχείρημα, αφορά καθαρά αυτό που λέμε «κόστος μετάβασης» και τη δημιουργία ενός τεράστιου χρέους για το κράτος. Με την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης που προτείνεται, οι νέοι ασφαλισμένοι που θα εισέρχονται στην αγορά εργασίας δεν θα συμμετέχουν στο ισχύον σύστημα επικουρικής ασφάλισης, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εργαζομένων που εισφέρει σε αυτό σταδιακά να μειώνεται, καθώς θα αρχίζουν να συνταξιοδοτούνται. Ετσι, σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββα Ρομπόλη και τον αναλογιστή, υποψήφιο διδάκτορα Βασίλη Μπέτση, μετά την πρώτη 10ετία, θα είναι αδύνατον οι σημερινοί ασφαλισμένοι να λάβουν ως συνταξιούχοι μέση μηνιαία επικουρική της τάξης των 180 ευρώ. Θα λάβουν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, περίπου 110 ευρώ τον μήνα. Για να μη συμβεί αυτό, σύμφωνα με τους δύο επιστήμονες, θα πρέπει είτε α) οι νέοι που συσσωρεύουν στον ατομικό τους «κουμπαρά» να πληρώνουν διπλές εισφορές, τόσο για τη χρηματοδότηση της μελλοντικής σύνταξής τους όσο και για τη χρηματοδότηση της επικουρικής  σύνταξης των  σημερινών συνταξιούχων, είτε β) το κράτος να χρηματοδοτήσει τη διαφορά των 70 ευρώ, ανά μήνα κατ’ άτομο, ήτοι τουλάχιστον 57 δισ. ευρώ για το σύνολο του διαστήματος μετάβασης από το ένα σύστημα στο άλλο. Κατά  συνέπεια, επισημαίνουν οι «σκεπτικιστές», οι σημερινοί εργαζόμενοι και μελλοντικοί συνταξιούχοι και οι σημερινοί συνταξιούχοι για τα επόμενα 25-30 έτη που θα διαρκέσει η μετάβαση, θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από αυτή που βρίσκονται σήμερα. Παράλληλα, το χρέος θα  αυξηθεί κατά  57 δισ. ευρώ, με τον φόβο των νέων μνημονιακών πολιτικών να επιστρέφει.