ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κίνδυνος νέας γενιάς κόκκινων δανείων έως 9,8 δισ. ευρώ

Κίνδυνος νέας γενιάς κόκκινων δανείων έως 9,8 δισ. ευρώ

Στη δημιουργία νέων κόκκινων δανείων από 3,7 δισ. ευρώ έως και 9,8 δισ. ευρώ –ανάλογα με το σενάριο– μπορεί να οδηγήσει η δυνατότητα για προσφυγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, ακόμη και των συνεπών δανειοληπτών, που προβλέπεται μέσω του νέου πτωχευτικού νόμου.  

Αυτό προκύπτει από την ανάλυση που πραγματοποίησε η Deloitte για λογαριασμό των τραπεζών, στο πλαίσιο της διαβούλευσης για τον νέο κώδικα φερεγγυότητας, όπως είναι η επίσημη ονομασία του νέου πτωχευτικού νόμου, σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιο «θα είχε επιπτώσεις στις προβλέψεις και στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος».

Η δημιουργία μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων, με βάση την ανάλυση της Deloitte, είναι αποτέλεσμα της πρόβλεψης που υπάρχει στον νέο πτωχευτικό για καθολική διευθέτηση των δημόσιων και ιδιωτικών χρεών, όπως επισημαίνουν οι τράπεζες, χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς. Η δυνατότητα αυτή που δίνεται μέσω του νέου πτωχευτικού νόμου θα λειτουργήσει, όπως επισημαίνουν οι τράπεζες, σαν «ανοικτή πρόσκληση» για υποβολή αιτήσεων στο νέο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού, επηρεάζοντας αρνητικά την κουλτούρα πληρωμών. Με βάση την ίδια ανάλυση, οι παραπάνω επιπτώσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν σε ένα εύρος μεταξύ 0,5 και 1,1 δισ. ευρώ δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων, εάν υιοθετηθούν αυστηρότερα κριτήρια προσφυγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό για ιδιώτες, όπως λ.χ. ο περιορισμός της περιμέτρου μόνο σε όσους οφειλέτες έχουν υψηλές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το ελληνικό Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Υπενθυμίζεται ότι, μέχρι σήμερα, η εξωδικαστική ρύθμιση μέσω της πλατφόρμας που λειτουργεί στην Ειδική Γραμματεία Ιδιωτικού Χρέους προβλέπεται μόνο για τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες σε ό,τι αφορά τα χρέη τους προς το Δημόσιο. Η πλατφόρμα θα ανοίξει πλέον και για φυσικά πρόσωπα με στόχο να προσφέρει λύσεις πριν το φυσικό πρόσωπο οδηγηθεί σε πτώχευση μέσω του δικαστηρίου. Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι η συνολική οφειλή να υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ και να μην υπάρχει συγκέντρωση του χρέους σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% σε έναν μόνο πιστωτή. Αίτηση για εξωδικαστική ρύθμιση μπορεί να κάνει ακόμη και ένας συνεπής δανειολήπτης, ενώ η διαδικασία είναι εθελοντική, δηλαδή δεν δεσμεύει τους πιστωτές. Οπως προβλέπει ο νόμος, το Δημόσιο μπορεί, στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας και εφόσον υπάρξει συμφωνία με τους υπόλοιπους πιστωτές για τη ρύθμιση του χρέους, να διαγράψει μέρος των χρεών του οφειλέτη, διευρύνοντας επιπλέον τον χρόνο αποπληρωμής των διεκδικήσεων που έχει στα 20 χρόνια, θεσμοθετώντας δηλαδή τη δυνατότητα εξόφλησης σε 240 δόσεις αντί των 120 που ισχύουν σήμερα. 

Οπως σημειώνεται από την πλευρά των τραπεζών, το σχέδιο του πτωχευτικού επεκτείνει την εφαρμογή του εξωδικαστικού μηχανισμού όχι μόνο στις επιχειρήσεις και στους επιχειρηματίες, αλλά και στα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι έμποροι και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή πληρούν τις προϋποθέσεις για την πτώχευση (δηλαδή μόνιμη και οριστική αδυναμία πληρωμών – τη λεγόμενη «παύση πληρωμών»). Ετσι η ευρεία διατύπωση του σχεδίου περιλαμβάνει όχι μόνο τα εξυπηρετούμενα δάνεια φυσικών προσώπων, αλλά και τα ενήμερα, πρόβλεψη στην οποία αντιτίθενται θεωρώντας ότι «θα πρέπει να είναι επιλέξιμοι μόνο οφειλέτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες».

Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, όπως επισημαίνουν οι τράπεζες, «αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανακατηγοριοποίηση ενός πολύ μεγάλου αριθμού ενήμερων ανοιγμάτων σε ρυθμισμένα μη εξυπηρετούμενα. Οι ενήμεροι οφειλέτες, δεδομένης της κουλτούρας πληρωμών που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, θα προσφύγουν στη διαδικασία του νέου εξωδικαστικού μηχανισμού με μοναδικό κριτήριο να εξασφαλίσουν καλύτερους και συμφερότερους όρους αναδιάρθρωσης, παρά το γεγονός ότι είναι απολύτως σε θέση να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους. Μιια τέτοια συμπεριφορά των οφειλετών θα δημιουργήσει τεράστια ζητήματα σε ήδη ρυθμισμένα δάνεια που έχουν επιτύχει σε συνεννόηση με τους δανειολήπτες οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης, οδηγώντας σε επαναταξινόμηση των συγκεκριμένων δανείων από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Τι προτείνουν οι τράπεζες

Οι τράπεζες προτείνουν «να περιοριστεί η εφαρμογή του εξωδικαστικού μηχανισμού μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών, λ.χ. σε όσους έχουν υψηλά χρέη προς το Δημόσιο, και ως εκτούτου οφειλέτες με μικρό ύψος οφειλών προς το Δημόσιο να μην είναι επιλέξιμοι». Εναλλακτικά προτείνουν να υιοθετηθεί η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, βάσει της οποίας θα πρέπει να εισαχθούν κριτήρια επιλεξιμότητας, όπως να μην μπορούν να εισαχθούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό οφειλέτες με οφειλές μικρότερες των 10.000 ευρώ ή οφειλέτες με 60% «άνοιγμα» σε ένα μοναδικό χρηματοδοτικό ίδρυμα ή οφειλέτες με υποχρεώσεις έναντι του Δημοσίου ή του δημόσιου γενικά τομέα με «άνοιγμα» μικρότερο του 40%.

Αναγκαία η αναμόρφωση, λέει το ΚΕΠΕ

Τον στόχο της επανεκκίνησης της οικονομίας και του περιορισμού του ηθικού κινδύνου, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη για το σύνολο της οικονομίας, εξυπηρετεί η αναμόρφωση του πτωχευτικού κώδικα που δρομολογεί η κυβέρνηση. Αυτό επισημαίνει σε ανάλυσή του το ΚΕΠΕ, σημειώνοντας ότι η ανανέωση του πτωχευτικού δικαίου της χώρας ήταν αναγκαία τόσο λόγω των νέων συνθηκών που επέφεραν οι διαδοχικές οικονομικές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας όσο και λόγω των εγγενών αδυναμιών του ελληνικού πλαισίου σε συνδυασμό με τις εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο. Το ΚΕΠΕ επισημαίνει ως πιθανά εμπόδια για την επίτευξη των παραπάνω στόχων την αυτοματοποίηση του εξωδικαστικού μηχανισμού που ενέχει τον κίνδυνο της αναποτελεσματικότητας στον βαθμό που η μη συμμετοχή του ανθρώπινου παράγοντα θα παράγει αποτελέσματα τα οποία δεν θα συνεκτιμούν την ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης. Κρίσιμη παράμετρος τόσο στην ένταξη στη διαδικασία πτώχευσης όσο και στη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων είναι επίσης η διαφύλαξη της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, ώστε αυτή να μη μειωθεί πολύ κάτω από τη θεμελιώδη αξία τους.