ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Παζάρια της ΔΕΗ με επενδυτές και Ε.Ε. για τους όρους πώλησης λιγνιτικών μονάδων

liaggou

Ως μια υπόθεση που απλώς πρέπει να κλείσει αντιμετωπίζουν από το υπουργείο Ενέργειας την αποεπένδυση της ΔΕΗ στον λιγνίτη, λίγες μόλις ημέρες πριν από την κατάθεση των δεσμευτικών προσφορών από τους υποψήφιους επενδυτές. Η αισιοδοξία σε σχέση με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού για την πώληση των μονάδων Φλώρινας και Μεγαλόπολης είναι συγκρατημένη και αυτό που επιδιώκεται, σε συνεργασία με τις Βρυξέλλες, είναι η έγκριση όρων στο SPA (σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών) που θα οδηγήσουν σε τίμημα όχι υψηλό, αλλά σε επίπεδα που τουλάχιστον να μπορεί να γίνουν αποδεκτά από τη ΔΕΗ. Προκειμένου να διασφαλισθεί αυτό η κυβέρνηση φέρεται μάλιστα διατεθειμένη να ξανανοίξει τη συζήτηση με την Κομισιόν για το εργασιακό καθεστώς στις μονάδες μετά την ιδιωτικοποίησή τους, περιορίζοντας την αρχική δέσμευση των νέων επενδυτών για 6ετές «πάγωμα» των απολύσεων.

Η ρεαλιστική αυτή προσέγγιση είναι αποτέλεσμα της εμπέδωσης από πλευράς του υπουργείου της θέσης του λιγνίτη στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνει η ευρωπαϊκή πολιτική της απανθρακοποίησης. Αλλωστε, η κυβέρνηση γύρισε οριστικά σελίδα σε ό,τι αφορά το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής τα επόμενα χρόνια. Το εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα, που δημοσιοποιήθηκε προσφάτως, περιορίζει τη συμμετοχή του λιγνίτη το 2030 στο 17% και ανεβάζει το ποσοστό των ΑΠΕ στο 55%, στόχος που εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει επενδύσεις ύψους 32,7 δισ. ευρώ.

Στο ξεκάθαρο αυτό μήνυμα υπέρ των ΑΠΕ ανταποκρίθηκε η αγορά, όπως φάνηκε από την πρόσφατη δημοπρασία της ΡΑΕ για νέα έργα αιολικών και φωτοβολταϊκών. Η μεγάλη συμμετοχή ξένων και εγχώριων επενδυτών διαμόρφωσε χαμηλές τιμές, το ύψος των οποίων μπορεί πλέον να συγκριθεί με εκείνο των συμβατικών καυσίμων. Στις ΑΠΕ στρέφεται και η ίδια η ΔΕΗ με ένα επενδυτικό πλάνο για την εγκατάσταση 2 GW έως το 2030, εκ των οποίων τα 600 ΜW μέχρι το 2022, επενδύοντας περίπου 700 εκατ. ευρώ. Ενόψει μάλιστα της στρατηγικής αυτής, η ΔΕΗ προχώρησε προσφάτως στην απορρόφηση της θυγατρικής της ΔΕΗ ΑΠΕ.

Σε αυτό το περιβάλλον, όπου τον λιγνίτη τον απαρνιέται πλέον ακόμη και η ΔΕΗ, καλούνται επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια και μάλιστα σε μονάδες που όπως διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του due diligence είναι ζημιογόνες. Οι επενδυτές που προσήλθαν στον διαγωνισμό, ζήτησαν επιμερισμό του ρίσκου με τη ΔΕΗ μέσω ενός μηχανισμού συμμετοχής σε ποσοστό 50-50% στις ζημίες και αντιστοίχως στα κέρδη των μονάδων για διάστημα εξαετίας. Το χρονικό διάστημα των έξι ετών συνδέθηκε με αντίστοιχη χρονικής διάρκειας δέσμευση των επενδυτών για διατήρηση των θέσεων απασχόλησης.

Η ΔΕΗ προκειμένου να μεγιστοποιήσει κατά το δυνατόν το τίμημα από την πώληση των μονάδων αποδέχθηκε το αίτημα των επενδυτών με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις και ήταν έτοιμη να το συμπεριλάβει στους όρους του SPA. Είχε μάλιστα προγραμματίσει διοικητικό συμβούλιο για την έγκρισή του, το οποίο αναβλήθηκε την τελευταία στιγμή έπειτα από επείγουσα ειδοποίηση του υπουργού Ενέργειας Γιώργου Σταθάκη, ότι η DGcomp το έχει απορρίψει. Η DGcomp, που έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο για την εξέλιξη του διαγωνισμού βάσει συγκεκριμένων δεσμεύσεων της ελληνικής πλευράς έναντί της, έκρινε ότι τα συγκεκριμένα αιτήματα – όροι εμπίπτουν στο καθεστώς των κρατικών ενισχύσεων.

Κατόπιν αυτού και προκειμένου να ολοκληρωθεί το εγχείρημα της αποεπένδυσης το υπουργείο Ενέργειας ξεκίνησε νέο διάλογο με την DGcomp, αναζητώντας νέο μηχανισμό που θα καταστήσει ελκυστικές τις μονάδες για τους επενδυτές και θα κουμπώνει παράλληλα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο περί ανταγωνισμού. Σε αυτό το στάδιο των διαπραγματεύσεων, που βρίσκεται σε εξέλιξη, η ελληνική πλευρά είναι διατεθειμένη να ξαναδεί το θέμα των δεσμεύσεων για τις θέσεις εργασίας και το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων προκειμένου η Κομισιόν να αμβλύνει τις αρχικές αντιρρήσεις της ως προς τον μηχανισμό επιμερισμού των ζημιών, περιορίζοντας τη χρονική διάρκεια ισχύος του αντίστοιχα με τη διάρκεια δέσμευσης για το εργασιακό.