ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Χάνει και το 2019 το project Nemo στις ιχθυοκαλλιέργειες

Χάνει και το 2019 το project Nemo στις ιχθυοκαλλιέργειες

Ενας ακόμη χρόνος για την ανάκαμψη των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών, της Σελόντα και της Νηρεύς, πρόκειται να χαθεί, καθώς η πολυαναμενόμενη συγχώνευση σε ένα ενιαίο σχήμα μαζί και με την Ανδρομέδα θεωρείται εξαιρετικά απίθανο να ολοκληρωθεί εντός του 2019. Οι αυστηροί όροι που έθεσε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (DG Comp) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου να εγκρίνει την εν λόγω συγχώνευση, σε συνδυασμό με την αιφνιδιαστική αποχώρηση του Δημήτρη Βαλαχή από το «τιμόνι» του ομίλου Ανδρομέδας –του ανθρώπου που εθεωρείτο δεδομένο ότι θα τεθεί επικεφαλής και του μεγάλου ενιαίου σχήματος– προκαλούν νέες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του λεγόμενου «project Nemo», όπως ονομάστηκε ο διαγωνισμός πώλησης της συμμετοχής που είχαν οι τράπεζες σε Σελόντα και Νηρέα.

Σημαντικό κόστος

Οι νέες καθυστερήσεις κοστίζουν ήδη σε χρήμα, με τις επιπτώσεις να είναι ορατές όχι στις άμεσα εμπλεκόμενες εταιρείες αλλά και συνολικά στον κλάδο των ιχθυοκαλλιεργειών. Ηδη, σύμφωνα με πληροφορίες, χρειάστηκε να χορηγηθεί ένεση ρευστότητας στις εταιρείες Σελόντα και Νηρεύς, με την πρώτη να αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, λόγω του ότι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί ο μετασχηματισμός που θα δημιουργούσε τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακος.

Την κατάσταση για τις εταιρείες αυτές αλλά και για τον κλάδο συνολικότερα επιδεινώνει η περαιτέρω μείωση των τιμών στα δύο βασικά είδη, την τσιπούρα και το λαβράκι, λόγω της πλεονάζουσας για μια ακόμη φορά παραγωγής της Τουρκίας. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς ήδη αυτή την εποχή οι τιμές είναι κατά 0,75 ευρώ/κιλό χαμηλότερες κατά μέσον όρο, στα 3,50 – 3,80 ευρώ ανά κιλό. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι κατά την πρόσφατη διερεύνηση της εξαγοράς Σελόντα – «Νηρέα» από την DG Comp, στις Βρυξέλλες είχε αναλάβει δράση, σε μια προσπάθεια να επηρεάσει την απόφαση εις βάρος των ελληνικών εταιρειών, ακόμη και το τουρκικό λόμπι. Βεβαίως, οι αυστηροί όροι που τέθηκαν τελικώς για την έγκριση της εξαγοράς, δεν μπορούν να θεωρηθούν συνέπεια της δράσης του τουρκικού λόμπι. Σε κάθε περίπτωση όμως, φαίνεται η σημασία που έχει συνολικά για τον κλάδο της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας η συγκέντρωση σε ένα σχήμα των τριών μεγαλύτερων ελληνικών εταιρειών.

Το χειρότερο είναι ότι η πτώση των τιμών που παρατηρείται κατά το τρέχον έτος δεν είναι προσωρινή. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές υποχωρούν συνεχώς υπό το βάρος του ανταγωνισμού που ασκούν στις ξένες αγορές τα αρκετά φθηνότερα ψάρια τουρκικής προέλευσης. Ενδεικτικά είναι τα οικονομικά αποτελέσματα των εμπλεκόμενων εταιρειών για το πρώτο εξάμηνο του 2018 (είναι τα τελευταία διαθέσιμα). Οι πωλήσεις της «Σελόντα» το πρώτο εξάμηνο του 2018 σημείωσαν πτώση 8,07%, στα 80,8 εκατ. ευρώ έναντι 87,9 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2017, λόγω της μείωσης της τιμής πώλησης ολόκληρων ιχθύων και της αυξημένης κατά τουλάχιστον 20% προσφοράς τουρκικών ψαριών στις διεθνείς αγορές.

Πέφτουν οι τιμές

Ειδικότερα, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 η τιμή του λαβρακίου υποχώρησε κατά 9,2% και της τσιπούρας κατά 3,1%, ενώ το 2017 είχε προηγηθεί μείωση της τιμής της τσιπούρας κατά 6,6% σε σύγκριση με το 2016. Οι εξελίξεις το 2018 καθορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό από τη δραματική υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Παρά τη μερική ανάκαμψή της, η υποτίμηση ήταν τόσο μεγάλη που συνεχίζει να επηρεάζει τις τουρκικές εξαγωγές, ενώ τις τελευταίες ημέρες η τουρκική λίρα βρίσκεται εκ νέου σε καθοδική πορεία, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό στις ελληνικές εταιρείες.

Για να αντιληφθεί κάποιος το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει εν γένει ο κλάδος, αρκεί να δει τα συνολικά στοιχεία: σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών (ΣΕΘ) η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου ανήλθε το 2017 σε 112.000 τόνους καταγράφοντας αύξηση 6,6% σε σύγκριση με το 2016. Ωστόσο, η αξία πωλήσεων ήταν της τάξης των 546 εκατ. ευρώ, ενισχυμένη μόλις κατά 0,5% σε σύγκριση με το 2016. Ο λόγος ήταν ότι το 2017 μειώθηκε η μέση τιμή των δύο ειδών κατά 6,99%. Το 2018 εκτιμάται ότι παρήχθησαν 117.000 τόνοι, καταγράφοντας αύξηση 4,5% σε σύγκριση με το 2017, με τη μείωση όμως των τιμών να είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Εκτός από την επίδραση του ανταγωνισμού που ασκεί η Τουρκία, ο κλάδος των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών θα επηρεασθεί και από το σε ποιον θα καταλήξουν τελικά τα περιουσιακά στοιχεία της Σελόντα και του Νηρέα που πρέπει να εκποιηθούν κατ’ εφαρμογήν της πρόσφατης απόφασης της DG Comp.

Τρεις ενδιαφερόμενοι

Ενδιαφέρον φέρεται να υπάρχει τουλάχιστον από τρεις εταιρείες και δη από το fund «Διόρασις», το οποίο είχε διεκδικήσει και τις εταιρείες «Σελόντα» και «Νηρεύς» κατά τον γνωστό διαγωνισμό πώλησης των τραπεζικών συμμετοχών σε αυτές, τον καναδικό όμιλο υδατοκαλλιεργειών Cooke, αλλά και τα «Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς» (της οικογένειας Γερουλάνου). Η απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων (σ.σ. ιχθυοτροφεία που παράγουν 10.000 τόνους μεσογειακών ιχθύων μαζί με τα σχετικά συσκευαστήρια ίδιας δυναμικότητας και εκκολαπτήρια που παράγουν 50 εκατ. τεμάχια γόνου και μεταφορά της τεχνογνωσίας στον αγοραστή) από μία ή το πολύ δύο εταιρείες, όπως προβλέπει η απόφαση της DG Comp, θα δημιουργήσει έναν νέο «παίκτη» κρίσιμου μεγέθους. Σημειώνεται εδώ ότι στον διαγωνισμό για τα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να λάβουν μέρος εταιρείες στις οποίες συμμετέχουν οι παλιοί ιδιοκτήτες των Σελόντα και Νηρέα (αδερφοί Στεφανή και Αρ. Μπελλές).

Ο χρόνος είναι χρήμα, λένε. Και αυτό ισχύει και στην περίπτωση της δημιουργίας του μεγάλου σχήματος στις ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες. Μένει να δούμε εάν το 2020 θα είναι η τυχερή χρονιά για τον κλάδο, ο οποίος βρίσκεται σε μεγάλες περιπέτειες τουλάχιστον την τελευταία εξαετία.