ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μείωση κόκκινων δανείων κατά 11,5 δισ. ο στόχος της Εθνικής

Μείωση κόκκινων δανείων κατά 11,5 δισ. ο στόχος της Εθνικής

Τη στρατηγική της για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 11,5 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2021 ανακοίνωσε, χθες, η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας σε συνδυασμό με μέτρα στο πλαίσιο του εταιρικού μετασχηματισμού, που αποσκοπούν στο να ενισχύσουν τη λειτουργική κερδοφορία του ομίλου. Οι στόχοι αυτοί θα εξειδικευθούν στις 16 Μαΐου στο Investors Day που θα πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο.

Οπως εξήγησε ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας κ. Παύλος Μυλωνάς, το 2019 θα αποτελέσει έτος αναφοράς για την τράπεζα, καθώς όπως ήδη διαφαίνεται από το δ΄ τρίμηνο του 2018, τα λειτουργικά αποτελέσματα αναμένεται να παρουσιάσουν σημαντική βελτίωση, ωθώντας την κερδοφορία του ομίλου σε υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2018. Τα έσοδα από τόκους θα ενισχυθούν κατά 113 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, ως αποτέλεσμα της ακύρωσης της Συμφωνίας Ανταλλαγής Επιτοκίων έναντι έκδοσης ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου στα μέσα Φεβρουαρίου. Τα έσοδα από προμήθειες θα ωφεληθούν από την αυξημένη νέα παραγωγή δανείων, η οποία αναμένεται να αγγίξει τα 3,6 δισ. ευρώ το 2019, σε συνέχεια των εκταμιεύσεων ύψους 1,2 δισ. ευρώ το δ΄ τρίμηνο του 2018.

meiosi-kokkinon-daneion-kata-11-5-dis-o-stochos-tis-ethnikis0

Σε ό,τι αφορά τη νέα στρατηγική διαχείρισης κόκκινων δανείων όπως σημείωσε η διοίκηση του ομίλου είναι εμπροσθοβαρής και περισσότερο επιθετική, στοχεύοντας σε μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) κατά 4,5 δισ. ευρώ το 2019. Στο τέλος του 2018 το σύνολο των NPEs διαμορφώθηκε σε 15,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 2 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση και υπερβαίνοντας τον ετήσιο στόχο. Το τριετές πλάνο του ομίλου προβλέπει ότι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα διαμορφωθεί σε επίπεδα κάτω του 15% το 2021, ενώ περαιτέρω μείωση στο μισό περίπου θα υπάρξει το 2022. Αναλύοντας τον στόχο μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων στους αναλυτές, η διοίκηση της τράπεζας σημείωσε ότι θα προέλθει κατά 5,8 δισ. ευρώ από πωλήσεις και τιτλοποιήσεις, 1,9 δισ. ευρώ από ρευστοποιήσεις και 2,8 δισ. ευρώ από οργανικές κινήσεις για την ανάκτηση οφειλών. Για την επίτευξη των επιθετικών στόχων θα αξιοποιηθεί ο υψηλός δείκτης κάλυψης από σωρευμένες προβλέψεις, που διαμορφώνεται στο 59%.

Το τελικό αποτέλεσμα του 2018 υπήρξε ζημιογόνο για τον όμιλο κατά 84 εκατ. ευρώ, ενώ η ζημία από τη δραστηριότητα στην Ελλάδα περιορίστηκε στα 26 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη μετά από φόρους και συνεχιζόμενες δραστηριότητες στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν στα 32 εκατ. ευρώ έναντι εκτεταμένων ζημιών 175 εκατ. ευρώ το 2017, εξαιρουμένου του κόστους εθελουσίας εξόδου για το προσωπικό ύψους 66 εκατ. ευρώ και μη επαναλαμβανόμενων εξόδων αναδιάρθρωσης ύψους 12 εκατ. ευρώ. Η επίδοση αυτή αντικατοπτρίζει τη σημαντική αποκλιμάκωση των προβλέψεων για επισφαλή δάνεια (-151 μ.β. σε ετήσια βάση), η οποία αντιστάθμισε πλήρως την πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους, συντελώντας στην επιστροφή της τράπεζας σε λειτουργική κερδοφορία ύψους 71 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 135 εκατ. ευρώ το 2017.

Σε επίπεδο ομίλου, τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα μειώθηκαν κατά 20% σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκαν σε 1,1 δισ. ευρώ, αντικατοπτρίζοντας την αρνητική επίπτωση από την εφαρμογή του ΔΠΧΠ 9, τις αναδιαρθρώσεις δανείων και τη μείωση του χαρτοφυλακίου λιανικής. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στα τέλη του 2018 σε 16,1% και αναμένεται να ενισχυθεί από την πώληση θυγατρικών του ομίλου, καθώς και την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής, που τοποθετείται στις αρχές του 2020.