ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στο 1,68 δισ. εκτινάχθηκαν οι ζημίες της ΔΕΗ το 2019

doc2020042311

Τη βαθιά ζημιογόνο λειτουργία της ΔΕΗ, που κατέστησε αναγκαία τη λήψη έκτακτων μέτρων τον περασμένο Αύγουστο και την απόφαση για ταχεία απολιγνιτοποίηση, αποκαλύπτουν τα αποτελέσματα του 2019. Οι ζημίες προ φόρων της ΔΕΗ ξεπέρασαν τα 2 δισ. ευρώ και οι καθαρές έφτασαν στο 1,68 δισ. ευρώ, ποσά θα ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερα εάν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα, η θετική επίπτωση των οποίων αποτυπώνεται στο τέταρτο τρίμηνο του έτους. Είναι ενδεικτικό ότι το μεγαλύτερο μέρος του επαναλαμβανόμενου EBITDA των 333,6 εκατ. ευρώ για το σύνολο του έτους δημιουργήθηκε στο τέταρτο τρίμηνο (236,8 εκατ.) και όπως επισημαίνουν κύκλοι της ΔΕΗ, «τα αποτελέσματα του τέταρτου τριμήνου σηματοδοτούν την αντιστροφή της τάσης και αποτυπώνουν την αλλαγή πορείας στην επιχείρηση». Το αντίστοιχο ΕΒΙTDA του τέταρτου τριμήνου του 2018 ήταν 44,7 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο αποτελεσμάτων προ φόρων σε προσαρμοσμένη βάση, στο τέταρτο τρίμηνο η ΔΕΗ κατέγραψε κέρδη 26,9 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 131,6 εκατ.

«Βαρίδι» ο λιγνίτης

Αναλυτικότερα, το 2019 η ΔΕΗ κατέγραψε ζημίες προ φόρων ύψους 2,05 δισ. ευρώ και –μετά από φόρους– ύψους 1,68 δισ. ευρώ, από καθαρές ζημιές 903 εκατ. ευρώ το 2018. Σε επίπεδο αποτελεσμάτων προ φόρων σε προσαρμοσμένη βάση στο τέταρτο τρίμηνο του 2019 καταγράφηκαν κέρδη 29 εκατ. ευρώ έναντι ζημιών 131,6 εκατ. ευρώ το 2018. Οπως ανακοίνωσε η ΔΕΗ, στο πλαίσιο της αποτίμησης της εύλογης αξίας των παγίων του ομίλου κάθε πέντε έτη, τα αποτελέσματα προ φόρων επιβαρύνθηκαν κατά 2,1 δισ., αντανακλώντας τη ζημιογόνο θέση της λιγνιτικής παραγωγής, η οποία όμως περιορίζεται λόγω του επιταχυνόμενου πλάνου απολιγνιτοποίησης.

Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του 2019 για το σύνολο του ομίλου ενισχύθηκαν από την επιστροφή 99,3 εκατ. έναντι του πλεονάσματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ), από την απομείωση ύψους 243,4 εκατ. της υποχρέωσης για παροχές μετά τη συνταξιοδότηση, καθώς και από την εκκαθάριση ΥΚΩ παρελθόντων ετών, συνολικού ύψους 122,6 εκατ. Χωρίς τα ποσά αυτά, το EBITDA σε επαναλαμβανόμενη βάση διαμορφώνεται σε 333,6 εκατ. Αντίστοιχα και για λόγους συγκρισιμότητας με το 2018, το EBITDA του προηγούμενου έτους προσαρμόζεται σε 403,8 εκατ. ευρώ. Η επιδείνωση του επαναλαμβανόμενου EBITDA για το σύνολο του έτους οφείλεται πρωτίστως στη μεγαλύτερη δαπάνη για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO2 λόγω της πολύ σημαντικής αύξησης της τιμής τους, η οποία σχεδόν διπλασιάστηκε, καθώς επίσης και στην επιβάρυνση του κόστους αγορών ενέργειας από την αύξηση της οριακής τιμής συστήματος.

Μείωση μεριδίων

Τα αναλυτικά αποτελέσματα της επιχείρησης αποτυπώνουν και την συρρίκνωσή της τόσο στον τομέα της παραγωγής όσο και του πελατολογίου της. Παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 4% το 2019 –αποτέλεσμα του πακέτου μέτρων για τη διάσωσή της–, ο όγκος πωλήσεων είναι μειωμένος κατά 5,9% (2.421 Gwh) σε σχέση με το 2018, λόγω απώλειας μεριδίων. Το 2019, το μερίδιο της ΔΕΗ στην παραγωγή μειώθηκε σχεδόν κατά 10% και στη λιανική αγορά, παρά την αύξηση της ζήτησης, κατά 2,7%, στο σύνολο της χώρας κατά 6% και στο διασυνδεδεμένο σύστημα, όπου ο ανταγωνισμός είναι πιο έντονος, κατά 8,5%. Στη μέση τάση που συγκεντρώνει και τους καλύτερους πελάτες από άποψη περιθωρίων κέρδους, το μερίδιο της ΔΕΗ υποχώρησε το 2019 κατά 15,4% και διαμορφώθηκε στο 52,6% από 68% το 2018. Συγκεκριμένα, το μέσο μερίδιο της ΔΕΗ στην αγορά προμήθειας μειώθηκε σε 75,8% από 81,8% το 2018 και σε 71,7% από 80,3% το 2018.

Η συνολική παραγωγή της ΔΕΗ (και εισαγωγές) κάλυψε το 45,5% της συνολικής ζήτησης της χώρας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2018 ήταν 54%. Κατά 30,1% μειώθηκε η λιγνιτική παραγωγή και κατά 33,4% η υδροηλεκτρική. Μειωμένες κατά 49,1 εκατ. ευρώ ήταν το 2019 οι δαπάνες μισθοδοσίας, καθώς αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης 1.638 εργαζόμενοι.

Στη βελτίωση των αποτελεσμάτων το τέταρτο τρίμηνο του έτους στάθηκε με δηλώσεις του ο επικεφαλής της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης, σημειώνοντας ότι «σηματοδοτούν την αντιστροφή της πτωτικής πορείας της λειτουργικής κερδοφορίας του ομίλου», ενώ εκτίμησε ότι θα υπάρξει θετική επίπτωση από την εξοικονόμηση κόστους λόγω χαμηλών τιμών φυσικού αερίου, δικαιωμάτων CO2 και οριακής τιμής συστήματος.