ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι πολιτικές των εταιρειών για τα οφέλη της ανάκαμψης

Μετά από μία μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης, οι ελπίδες όλων συγκεντρώνονται στη σταδιακή έστω βελτίωση του κλίματος τη χρονιά που διανύουμε, συνδέοντας μάλιστα τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα μας με την τόνωση της αγοράς και ελπίζοντας ότι θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε ό,τι καλό προκύψει από αυτή τη διοργάνωση να έχει διάρκεια. Αν και υπάρχουν κάποια στοιχεία στη διεθνή κυρίως οικονομική επικαιρότητα που συνηγορούν στο γεγονός ότι διαπιστώνεται ανάκαμψη στην αγορά, κυριότερα προερχόμενα από την αμερικανική οικονομία, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί. Αν υποθέσουμε εντούτοις ότι πράγματι το 2004 θα αναδειχθεί σε μια χρονιά καλύτερη της προηγούμενης, οι επιχειρήσεις θα κληθούν να προχωρήσουν στην εφαρμογή μιας σειράς πολιτικών που θα διασφαλίζουν ότι θα είναι σε θέση να επωφεληθούν από την επερχόμενη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Σχετική έρευνα της McKinsey αναφέρεται στη δυναμική εκείνη που οι εταιρείες καλούνται να αναπτύξουν προκειμένου να επωφεληθούν από την αντιστροφή του κλίματος και να θέσουν σε εγρήγορση όλους εκείνους τους μηχανισμούς που ουσιαστικά είχαν πέσει σε νάρκη κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

Ο δείκτης επιτυχίας

Τόσο η εξέλιξη της ακαδημαϊκής θεωρίας όσο και η άνθιση των εξαγορών και η ενεργότερη δραστηριοποίηση των μετόχων που έλαβαν χώρα στη διάρκεια των δεκαετιών του ’80 και του ’90 άλλαξαν άρδην τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται ο δείκτης επιτυχίας ενός οργανισμού, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στην προστιθέμενη αξία των μετοχών. Εάν έως πρότινος οι οικονομικές επιδόσεις σε θεμελιώδη μεγέθη, η εταιρική φήμη έναντι των πελατών και των εργαζομένων και η αξία της μετοχής ήταν τα στοιχεία που «μέτραγαν» για έναν οργανισμό, σήμερα η κατάσταση έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη.

Οπως αποδεικνύουν σύγχρονες έρευνες, είναι περιορισμένη η επιρροή που μπορεί να ασκήσει η ανώτατη διοίκηση μιας επιχείρησης στα θεμελιώδη οικονομικά της μεγέθη καθώς, παράγοντες οι οποίοι δεν μπορούν να ελεγχθούν, όπως το γενικότερο οικονομικό και επιχειρηματικό κλίμα καθώς και οι επενδυτικές τάσεις, τις περισσότερες φορές επηρεάζουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την αξία της μετοχής της. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν υπερβολή εάν θεωρούσαμε ότι κάποια διευθυντικά στελέχη πλούτισαν χωρίς να το αξίζουν κατά τη δεκαετία του ’90 ενώ κάποια άλλα πλήρωσαν το τίμημα για εξελίξεις που δεν μπορούσαν να ελέγξουν την ίδια περίοδο.

Συγχρονισμός

εταιρικών στόχων

Το συμπέρασμα όλων αυτών συνοψίζεται στο γεγονός ότι οι εταιρείες θα πρέπει να κατανοούν και να συγχρονίζουν τους εταιρικούς στόχους με την εκάστοτε δεδομένη χρονική στιγμή και ως εκ τούτου, οι μάνατζερ θα πρέπει να κρίνονται βάσει όσων στοιχείων πραγματικά μπορούν να ελέγξουν. Σύμφωνα με την έρευνα της McKinsey, οι εταιρικοί στόχοι θα πρέπει να είναι οικονομικοί και μη, ενώ οι κίνδυνοι θα πρέπει να εκτιμώνται έχοντας υπόψη τη συνολική, μακροπρόθεσμη αξία του οργανισμού.

Μία ακόμη παράμετρος που οι μάνατζερ θα πρέπει να έχουν υπόψη τους είναι το γεγονός ότι καθώς το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται, οι επιχειρήσεις θα προσανατολίζονται προς την αναζήτηση ταλαντούχων στελεχών και όχι επιπλέον κεφαλαίου. Η έλευση της ύφεσης στα τέλη της δεκαετίας του ’90 κατέστησε τα στελέχη «αναλώσιμο υλικό» των επιχειρήσεων, το οποίο εύκολα θυσιάζεται στο βωμό της περικοπής κόστους. Η εξέλιξη αυτή είχε αποτέλεσμα να χαθεί η εμπιστοσύνη των στελεχών προς τις επιχειρήσεις καθώς οι απολύσεις έγιναν σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς προειδοποίηση. Σήμερα λοιπόν, είναι ανάγκη να υπάρξει μια νέα σύμβαση μεταξύ στελεχών και επιχειρήσεων, η οποία θα βασίζεται στην εμπιστοσύνη των εργαζομένων που οι επιχειρήσεις καλούνται να κερδίσουν. Από την πλευρά τους, τα στελέχη έχουν αποδεχτεί πλέον ότι δεν μπορούν να χτίσουν την καριέρα μιας ολόκληρης ζωής παραμένοντας στην ίδια επιχείρηση, κατά το πρότυπο των παλαιότερων γενεών, ενώ από τη δική τους πλευρά, οι οργανισμοί θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι οι αξιώσεις των στελεχών έχουν εξελιχθεί.

Οι αποδοχές οπωσδήποτε είναι σημαντική παράμετρος προσέλκυσης ταλαντούχων στελεχών όμως, παράγοντες όπως το νόημα, η ταυτότητα της εργασίας και η σύνδεσή της με το κοινωνικό σύνολο συνθέτουν τα ζητούμενα για έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό στελεχών σήμερα. Εύλογα οι επιχειρήσεις θα εστιάσουν τις προσπάθειές τους στη δημιουργία θέσεων εργασίας και ρόλων μέσα στους οποίους τα στελέχη θα αισθάνονται ότι πραγματικά μπορούν να ελέγξουν αυτό για το οποίο είναι υπεύθυνα ενώ η βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ προσωπικής ζωής και εργασίας καθώς και η πραγματική πίστη στην κοινωνική και ηθική ευθύνη του εργαζομένου αναμένεται να αναχθούν σε σημαντικά κριτήρια επιλογής θέσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι οργανισμοί οι οποίοι είναι σε θέση να μεταφράσουν αυτές τις αρχές σε συγκεκριμένες πρακτικές, χτίζοντας το κοινωνικό και το γνωστικό κεφάλαιο του οργανισμού, θα καταφέρουν να καθιερώσουν μια πηγή διαρκούς ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, δύσκολα εξαντλήσιμη.

Η αλλαγή κλίματος

Η ίδια έρευνα εκτιμά ότι η αλλαγή του κλίματος είναι αναπόφευκτη. Στη διάρκεια της άνθισης της δεκαετίας του ’90, το επιχειρείν δεν συνιστούσε απλά ένα μέσο πλουτισμού αλλά πολύ περισσότερο έναν διεθνή μηχανισμό προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης, μια θετική δύναμη. Η κατάρρευση των χρηματαγορών ωστόσο, στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, συνοδεύτηκε από σκάνδαλα και τελικά οδήγησε στην απώλεια της πίστης στο ίδιο το σύστημα λειτουργίας των επιχειρήσεων. Σήμερα λοιπόν, το αίτημα για διαφοροποίηση της κατάστασης προέρχεται από διαφορετικές πηγές, από ομάδες διαδηλωτών που μάχονται την παγκοσμιοποίηση μέχρι μετριοπαθή μέσα μαζικής ενημέρωσης, πολιτικούς και καλά οργανωμένους μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Οι ηγέτες των επιχειρήσεων λοιπόν, θα πρέπει να επιδείξουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ηθική τους υπόσταση ως δημιουργοί ευημερίας, νέων ευκαιριών και βελτίωσης του μέσου όρου διαβίωσης, εστιάζοντας τις προσπάθειές τους στην αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης μεταξύ του επιχειρηματικού κόσμου και της κοινωνίας.