ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Παραμελημένος θεσμός η Επιτροπή Ανταγωνισμού

Ενας θεσμός που παραμελήθηκε επί σειράν ετών από την απελθούσα κυβέρνηση ήταν αυτός της επιτροπής ανταγωνισμού, μιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής που αποτελεί τον θεματοφύλακα της τήρησης των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού στη χώρα μας.

Η απελθούσα κυβέρνηση, ιδίως τα τελευταία χρόνια, προσπάθησε να δείξει ότι ελέγχει την αγορά και όχι να αναζητήσει και να θεραπεύσει τα αίτια που προκαλούσαν κάποιες αγκυλώσεις στους μηχανισμούς της.

Σε σειρά προηγηθεισών αναλύσεών μου, που φιλοξένησε η «Καθημερινή», προσπάθησα να αναλύσω γιατί επί δεκαετίες ολόκληρες η αγορά μας ταλαιπωρείται από έναν επίμονο πληθωρισμό και γιατί είναι καταδικασμένη σε αποτυχία η αναχρονιστική αστυνόμευσή της, τονίζοντας ότι μόνο η εφαρμογή των κανόνων υγιούς ανταγωνισμού θα μπορούσε όχι μόνο να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των πληθωριστικών φαινομένων, αλλά και σε απελευθέρωση παραγωγικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν εκεί όπου κυριαρχούν ισχυρά μονοπώλια.

Από το 1977, οπότε ισχύει στη χώρα μας η νομοθεσία «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτε και η επιτροπή ανταγωνισμού δεν έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά με ουσιώδεις παρεμβάσεις στην εξάλειψη των εστιών που εκτρέφουν τα φαινόμενα μικρών και μεγάλων μονοπωλίων.

Κοινή διαπίστωση όλων των παραγόντων της αγοράς είναι ότι μέχρι σήμερα η λειτουργία της έχει αποκτήσει ένα γραφειοκρατικό και εν πολλοίς δημοσιοϋπαλληλικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να είναι αναποτελεσματική η διακρίβωση και η εξάλειψη κάποιων στρεβλών μηχανισμών της αγοράς και των ισχυρών δυνάμεων που κρύβονται πίσω τους.

Τα συμφέροντα που διακυβεύονται από τις αποφάσεις αυτής της επιτροπής είναι πολύ μεγάλα, οι δε πολιτικοί έδειχναν μέχρι σήμερα αμήχανοι και συχνά αδιάφοροι να στηρίξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις μιας ανεξάρτητης και ελεύθερης διοικητικής αρχής.

Ειδικότερα στον έλεγχο των τιμών δεν μπορεί να υπάρχουν διαταγές που τις μειώνουν. Αντί λοιπόν να εκδίδονται αγορανομικές διατάξεις με τις οποίες ορίζονται η τιμή της πατάτας και τα ποσοστά κέρδους στο εμφιαλωμένο νερό (σαν κι αυτές του κ. Κ. Κουλούρη), θα πρέπει να εντοπίζονται οι λόγοι που προκάλεσαν κάποιες εποχικές, κυρίως, ανατιμήσεις και να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψή τους.

Εκτός από τις συνήθεις και πιο συχνές ανατιμήσεις, που οφείλονται κυρίως στην προσωρινή ανεπάρκεια προσφοράς αγαθών με ανελαστική ζήτηση, παρατηρούνται ανατιμήσεις που προκαλούνται από φορείς που δεσπόζουν μονοπωλιακά στην αγορά και εκμεταλλεύονται κατά το δοκούν την κυρίαρχη θέση τους. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων μονοπωλιακών φαινομένων αποτελούν οι ΔΕΚΟ, οι οποίες, χωρίς αντίπαλο, πιέζουν όχι μόνο το «καλάθι της νοικοκυράς», αλλά και το κόστος σειράς προϊόντων που ανακυκλώνουν την ακρίβεια στην αγορά.

Ο φτωχός απολογισμός της δραστηριότητας και του έργου της επιτροπής ανταγωνισμού όλα αυτά τα χρόνια γεννά το εύλογο ερώτημα: μήπως τελικά δεν υπάρχουν μονοπώλια στη χώρα μας; Θα ήταν αφελής αυτός που θα απαντούσε θετικά στο ερώτημα, αλλά θα ήταν ακόμα πιο αφελής αυτός που θα διακινδύνευε να κατονομάσει δημοσίως συγκεκριμένους τομείς της αγοράς που χρησιμοποιούν εναρμονισμένη πρακτική στις τιμές, κατανέμουν γεωγραφικά τη δραστηριότητά τους, προβάλλουν ως απαραβίαστα κεκτημένα επαγγελματικά προνόμια, «καρτελοποιούν» προσφορές σε δημόσιους διαγωνισμούς, εξαφανίζουν μικρούς ανταγωνιστές με πωλήσεις κάτω του κόστους, πιέζουν -εκμεταλλευόμενοι τη δεσπόζουσα θέση τους στην αγορά- τους αδύναμους προμηθευτές τους για μεγάλες παροχές και εκπτώσεις (τα γνωστά «μονοψώνια»), καθορίζουν αυθαίρετα τα τιμολόγια παροχής των υπηρεσιών τους (ΔΕΚΟ) κ.λπ.

Είναι γεγονός ότι οι έλεγχοι της επιτροπής παρουσιάζουν εξαιρετική δυσκολία, γιατί πρέπει να είναι σε κάποιο βαθμό διακριτικοί, ώστε αφενός να μην παραβιάζουν τους κανόνες που διέπουν την οικονομία της αγοράς, αφετέρου να μην αποτελούν αντικίνητρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος και της προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων στη χώρα μας.

Η προβλεπόμενη από τον νόμο ειδικότητα των εννέα μελών της επιτροπής ανταγωνισμού και η προαπαιτούμενη ειδίκευσή τους σε θέματα δικαίου του ανταγωνισμού και πολιτικής – διοικητικής δικαιοσύνης προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την κατεξοχήν νομική και δικαστική φυσιογνωμία της, που παραβλέπει την εξίσου μεγάλη σημασία των γνώσεων και της εμπειρίας μελών της επιτροπής πάνω σε σύνθετες ελεγκτικές διαδικασίες που είναι απαραίτητο να προηγηθούν κάθε παρέμβασης. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι, εκτός από ειδικούς σε θέματα δικαίου του ανταγωνισμού και κοινοτικού δικαίου, η επιτροπή θα πρέπει να ενισχυθεί με τεχνοκράτες εμπορικολόγους που έχουν βαθιά γνώση και εμπειρία σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής, κοστολόγησης, οικονομετρίας, στατιστικής και σύγχρονης τεχνολογίας δημιουργίας τράπεζας πληροφοριών που θα ανταλλάσσονται με τις αντίστοιχες Αρχές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και την αρμόδια υπηρεσία της Κομισιόν.

Είναι καιρός πια το κράτος να κόψει τον ομφάλιο λώρο που το συνδέει με παλιομοδίτικες μεθόδους ελέγχου της αγοράς, οι οποίες και πολυέξοδες είναι αλλά και άκρως αναποτελεσματικές.

Ελπίζω και αναμένω η νέα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Μαρτίου, να σκύψει με περισσή φροντίδα στην πολύπαθη επιτροπή ανταγωνισμού, στηρίζοντας θεσμικά, οργανωτικά και οικονομικά το έργο της και διαφυλάσσοντας την αυτοτέλειά της ως μιας πράγματι ανεξάρτητης και δυναμικής διοικητικής αρχής.

(1) O Σταύρος Τσουκαντάς είναι τέως γεν. δ/ντής υπουργείου Εμπορίου.