ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ελεγχοι σε ασφαλιστήρια αυτοκινήτων που πωλούν εταιρείες παροχής υπηρεσιών

Ελέγχους στο κύκλωμα των πρακτόρων και των μεσιτών που πωλούν στην Ελλάδα ασφαλιστήρια συμβόλαια αυτοκινήτου, τα οποία εκδίδονται από εταιρείες παροχής υπηρεσιών, πραγματοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδος.

Η διεύρυνση των ελέγχων σε όλο το κύκλωμα της διαμεσολάβησης αποφασίστηκε μετά τη διαπίστωση ότι συγκεκριμένη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών, εξέδωσε ασφαλιστήριο με τον ίδιο αριθμό συμβολαίου σε δύο διαφορετικούς κατόχους αυτοκινήτων, κινητοποιώντας τους εποπτικούς μηχανισμούς.

Το θέμα συζητήθηκε στη χθεσινή συνάντηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργου Προβόπουλου με το προεδρείο της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, την οποία, εκτός από το θέμα των εταιρειών παροχής υπηρεσιών (ΕΠΥ), απασχόλησε το θέμα των συντάξεων και του Solvency II. Σύμφωνα με στοιχεία της ασφαλιστικής αγοράς, οι ΕΠΥ που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν αυξήσει τον στόλο των ασφαλισμένων οχημάτων στα 350.000 αυτοκίνητα, αυξάνοντας σε σύντομο χρονικό διάστημα το μερίδιο αγοράς τους.

Σημειώνεται ότι οι ΕΠΥ ελέγχονται για τον τρόπο λειτουργίας τους και την τήρηση των εποπτικών κανόνων από τη χώρα στην οποία έχουν την έδρα τους, η οποία μπορεί να είναι το Γιβραλτάρ, η Δανία ή οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Η διαπίστωση «ταυτάριθμων» συμβολαίων, όπως ονομάζονται τα συμβόλαια με κοινό αριθμό, αλλά με διαφορετικούς ασφαλισμένους, αποδεικνύει έλλειμμα επαρκούς εποπτείας από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Στη χθεσινή συνάντηση συζητήθηκε επίσης το θέμα του Solvency II, μετά τη συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για έναρξη εφαρμογής του νέου κανονιστικού πλαισίου από το 2016. Σημειώνεται ότι το νέο κανονιστικό πλαίσιο αναμένεται να προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, τόσο σε ό,τι αφορά τα απαιτούμενα κεφάλαια όσο και σε όρους εταιρικής διακυβέρνησης, που θα πρέπει να εφαρμόσουν οι εταιρείες.

Αν και το σύνολο των εκπροσώπων της αγοράς χαιρετίζει τη συμφωνία, η οποία επετεύχθη ύστερα από αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, το σύντομο χρονικό διάστημα που απομένει έως την πλήρη προσαρμογή δημιουργεί ανησυχία για την ικανότητα κάποιων εταιρειών να εφαρμόσουν τους νέους εποπτικούς κανόνες, που απαιτούν όχι μόνο πρόσθετες ανάγκες σε κεφάλαια αλλά και αλλαγή του τρόπου διοίκησης των εταιρειών.