ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στο συρτάρι έμεινε ο νόμος Δένδια για τη ρύθμιση επιχειρηματικών δανείων

Στο συρτάρι έμεινε ο νόμος Δένδια για τη ρύθμιση επιχειρηματικών δανείων

Μόλις εκατό επιχειρήσεις –σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Οικονομίας– έχουν αξιοποιήσει τον νόμο 4307/2014, γνωστός ως νόμος Δένδια, για τη ρύθμιση επιχειρηματικών δανείων. Αν και ο νόμος, όταν σχεδιάστηκε, υποτίθεται ότι αποσκοπούσε στο να ωφελήσει 180.000 επιχειρήσεις, έμεινε επί της ουσίας ανενεργός. Η ισχύς του νόμου λήγει στις 31 Μαρτίου 2016 και το υπουργείο Οικονομίας βρίσκεται σε συζητήσεις με τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών, προκειμένου να παραταθεί για ακόμα τρία χρόνια, συμπεριλαμβάνοντας μάλιστα τροποποιήσεις που θα τον κάνουν πιο ελκυστικό τόσο για τους οφειλέτες όσο και για τους πιστωτές.

Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος 4307/2014 προέβλεπε ότι επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που κατά την οικονομική χρήση του 2013 είχαν τζίρο έως 2,5 εκατ. ευρώ και οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες πριν από την 30ή Ιουνίου 2014, μπορούν να προβούν σε εξωδικαστική ρύθμιση χρεών, η οποία μπορεί να προβλέπει ακόμη και διαγραφή κεφαλαίου ή τόκων. Προϋπόθεση για να προχωρήσει κάποιος σε εξωδικαστική ρύθμιση χρεών θα έπρεπε σε περίπτωση που είχε οφειλές προς την εφορία ή/και ασφαλιστικά ταμεία να τις έχει προηγουμένως ρυθμίσει και αυτές.

Οι λόγοι που ο νόμος Δένδια ουσιαστικά δεν λειτούργησε προς όφελος των επιχειρήσεων είναι τυπικοί και ουσιαστικοί ταυτόχρονα. Κατ’ αρχάς αν και ο νόμος 4307/2014 συνδέθηκε από την πρώτη στιγμή με τον νόμο 4305/2014 (πρόκειται για τη ρύθμιση των οφειλών προς δημόσια και ασφαλιστικά ταμεία έως 100 δόσεις που είχε θεσπιστεί από την κυβέρνηση Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 2014 και έληξε στις 31 Μαρτίου 2015) δεν προσαρμόστηκε στη συνέχεια προς τις άλλες ρυθμίσεις για οφειλές, όπως η «ρύθμιση Βαλαβάνη» (νόμος 4321/2015). Σημειώνεται ότι η μοναδική ρύθμιση οφειλών προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία που βρίσκεται τώρα σε ισχύ είναι η λεγόμενη «πάγια ρύθμιση» των 12 δόσεων, η οποία δεν προβλέπει διαγραφή προσαυξήσεων και τόκων.

Η προσδοκία για γενναιότερη ρύθμιση οφειλών που καλλιεργήθηκε τόσο πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 όσο και μετεκλογικά από την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδήγησε αρκετές μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναβάλουν την υπαγωγή τους στον «νόμο Δένδια». Η αβεβαιότητα που χαρακτήρισε το πρώτο εξάμηνο του 2015, με την εκκρεμότητα στη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές, και στη συνέχεια η έλλειψη ρευστότητας από τα τέλη Ιουνίου 2015, συνεπεία των capital controls, απέτρεψαν τις επιχειρήσεις από την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Σε αρκετές δε περιπτώσεις, τελικά οι επιχειρήσεις προχώρησαν σε ρύθμιση των δανείων τους με τις τράπεζες, αξιοποιώντας άλλα προγράμματα των πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι τις διατάξεις του «νόμου Δένδια».

Αυτό που προτείνει η ελληνική κυβέρνηση τώρα είναι να παραταθεί ο νόμος για τρία χρόνια και εξετάζει επιπλέον φορολογικά κίνητρα και διαδικασίες που θα τον καταστήσουν πιο λειτουργικό. Υπενθυμίζεται ότι ο υφιστάμενος νόμος παρέχει ήδη στις τράπεζες το φορολογικό όφελος έκπτωσης της ζημίας που θα εγγράψουν από τη διαγραφή, από τα ακαθάριστα έσοδά τους σε δεκαπέντε χρόνια. Το υπουργείο σχεδιάζει, επίσης, να καταστήσει υποχρεωτική την απάντηση των τραπεζών στις αιτήσεις –θετική ή αρνητική– καθώς όπως υποστηρίζουν αρμόδιες πηγές «οι αιτήσεις έμειναν στα συρτάρια».

Οι τράπεζες από την πλευρά τους ζητούν αλλαγές και στο κομμάτι εκείνο του νόμου που αφορά τις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που τίθενται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Αυτό που φέρεται να συζητείται είναι να δίνεται η δυνατότητα στους πιστωτές, που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% των απαιτήσεων, να αποκτούν, πριν από τη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης, δικαίωμα ψήφου στις μετοχές που κατέχουν μέσω του δανεισμού. Η υιοθέτηση της παραπάνω λύσης εκτιμάται ότι όχι μόνο θα περιορίσει τις εκκαθαρίσεις αλλά θα επιταχύνει τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης, προσελκύοντας ταυτόχρονα ξένα επενδυτικά κεφάλαια.