ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μειώθηκαν κατά 3% οι εξαγωγές σε τσιπούρα και λαβράκι το 2015

Μειώθηκαν κατά 3% οι εξαγωγές σε τσιπούρα και λαβράκι το 2015

Σημαντική μείωση στις εξαγωγές των προϊόντων ιχθυοκαλλιεργειών και κυρίως της τσιπούρας προς όλες τις βασικές χώρες προορισμού σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές το 2015 σε σύγκριση με το 2014. Αιτία αφενός η συνέχιση της μείωσης της παραγωγής στην Ελλάδα την ώρα που αυτή αυξάνεται στην Τουρκία και αφετέρου η αύξηση των μεριδίων αγοράς της Τουρκίας σε όλες τις παραδοσιακές και νέες αγορές, καθώς η τελευταία κατορθώνει και διαθέτει τα προϊόντα της στις διεθνείς αγορές ακόμη και κατά 1 ευρώ/κιλό φθηνότερα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τον κλάδο, η οποία εκπονήθηκε από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών (ΣΕΘ) και δημοσιοποιήθηκε χθες, η συνολική μείωση των εξαγωγών σε τσιπούρα και λαβράκι διαμορφώθηκε το 2015 σε 3% σε σύγκριση με το 2014. Ωστόσο, τα στοιχεία ειδικά σε ό,τι αφορά τις τρεις βασικές αγορές, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, είναι πολύ πιο ανησυχητικά για το βασικό εξαγόμενο είδος των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών, την τσιπούρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΘ, αν και οι συνολικές εισαγωγές τσιπούρας στην Ιταλία (σ.σ.αντιπροσωπεύει το 50% των ελληνικών εξαγωγών σε τσιπούρα και λαβράκι) αυξήθηκαν κατά 2,5%, οι εισαγωγές από την Ελλάδα μειώθηκαν κατά 9,77%. Στην Ισπανία οι συνολικές εισαγωγές τσιπούρας μειώθηκαν κατά 1,88%, ενώ ειδικά από την Ελλάδα οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 13%. Στη Γαλλία, την τρίτη μεγαλύτερη αγορά για τα ψάρια ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας, οι εισαγωγές ελληνικής τσιπούρας υποχώρησαν κατά 10,89%, πολύ περισσότερο δηλαδή από τη συνολική μείωση των εισαγωγών τσιπούρας που παρατηρήθηκε στη χώρα (4,84%).

Η κατάσταση ήταν καλύτερη σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές σε λαβράκι. Προς την Ιταλία αυξήθηκαν κατά 9,47%, αν και συνολικά οι εισαγωγές σε λαβράκι της γείτονος αυξήθηκαν κατά 14,5%. Στη Γαλλία αυξήθηκαν συνολικά κατά 16,36% και ειδικά από την Ελλάδα κατά 19,12%.

Αντιθέτως, στην Ισπανία παρατηρείται μείωση των εισαγωγών από την Ελλάδα κατά 19,25%, όταν οι συνολικές εισαγωγές του είδους στη χώρα υποχώρησαν κατά 6,9%.

Το 2015 η ελληνική παραγωγή συνέχισε τη φθίνουσα πορεία που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια και διαμορφώθηκε σε 110.000 τόνους από 113.000 τόνους το 2014. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχή της κρίσης, το 2010 η παραγωγή ανερχόταν σε 119.000 τόνους, ενώ το 2008 είχε φτάσει τους 144.000 τόνους. Σωτήριο, βεβαίως, για τον κλάδο που βρίσκεται ακόμη σε φάση αναδιάρθρωσης ήταν το γεγονός της ανόδου των τιμών –βεβαίως, αυτό στοιχίζει σε ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές– καθώς αν και η παραγωγή υποχώρησε το 2015 κατά 2,6% σε σύγκριση με το 2014, η αξία πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4%. Για το 2016 εκτιμάται ότι η εγχώρια παραγωγή θα μειωθεί περαιτέρω και αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 100.000 και 105.000 τόνων.