ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η… προσγείωση μπορεί να έρθει γρηγορότερα

Η… προσγείωση μπορεί να έρθει γρηγορότερα

Οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να έρθουν ξανά αντιμέτωπες με μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Ελλοχεύει κίνδυνος για μια επιβράδυνση της ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία. Οι κεντρικές τράπεζες, όμως, έχουν καταφέρει να οικοδομήσουν ένα οπλοστάσιο από την τελευταία κρίση στην παγκόσμια οικονομία. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας, οι φόβοι για μια άτακτη αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, η πιθανότητα μιας ύφεσης στην ιταλική οικονομία και οι αναταραχές στη Νότια Αμερική είναι αρνητικοί παράγοντες που μπορεί να εκτροχιάσουν την παγκόσμια οικονομία. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) άρχισε σταδιακά να αυξάνει τα επιτόκιά της από τον Δεκέμβριο του 2015. Αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Αγγλίας και η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχουν διατηρήσει σε ιστορικό χαμηλό το κόστος δανεισμού στις οικονομίες τους. Στόχος των κεντρικών τραπεζών στην Ευρωζώνη, την Ιαπωνία και τη Βρετανία είναι να ξεκινήσουν με την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού ώστε να έχουν μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων για να στηρίξουν τις οικονομίες τους στην επόμενη κρίση. Αλλά η επιβράδυνση της ανάπτυξης αναμένεται να έρθει νωρίτερα. Σφυγμομέτρηση του πρακτορείου Reuters έδειξε πως μπορεί ήδη η παγκόσμια οικονομία να βαδίζει με βραδύτερους ρυθμούς.

Συν τοις άλλοις, οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες πιέσεις από τις κυβερνήσεις για να διατηρήσουν χαλαρή τη νομισματική πολιτική τους, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία τους. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επικρίνει τις κινήσεις της Fed, η Ιταλία παροτρύνει την ΕΚΤ να συνεχίσει το πρόγραμμα των μηνιαίων αγορών ομολόγων και ο Ινδός πρόεδρος Ναρέντρα Μόντι έχει ξεκαθαρίσει στην κεντρική τράπεζα της χώρας του πως επιθυμεί τη συνέχιση της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής ενόψει των εκλογών αυτόν τον Μάιο. «Οι πιέσεις που δέχονται οι κεντρικοί τραπεζίτες θα αυξηθούν όσο θα επιβραδύνεται η ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία», σχολιάζει ο Νιλ Σίρινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics.

Βασική αποστολή των περισσότερων κεντρικών τραπεζών είναι η σταθερότητα των τιμών. Μια περιοριστική νομισματική πολιτική εφαρμόζεται με την αύξηση των επιτοκίων, οδηγώντας στην άνοδο της ισοτιμίας της χώρας και πατώντας φρένο στις καταναλωτικές και επιχειρηματικές δαπάνες. Ετσι επιβάλλεται ένας έλεγχος στην πορεία των τιμών, με κίνδυνο να συγκρατηθεί η ανάπτυξη σε μετριοπαθέστερους ρυθμούς.

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας προσπαθεί εδώ και χρόνια να ενθαρρύνει την ενίσχυση των τιμών στον επιθυμητό στόχο του 2%, αλλά χωρίς επιτυχία. Δεν αναμένεται να προχωρήσει στην εξομάλυνση της υφιστάμενης χαλαρής νομισματικής πολιτικής που εφαρμόζει νωρίτερα από το 2020. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι επίσης δεν αναμένεται να βιαστεί για να προβεί σε μια αύξηση των επιτοκίων της Ευρωζώνης. Παραδέχθηκε την περασμένη Πέμπτη πως η ανάπτυξη θα είναι πιο αδύναμη απ’ ό,τι αναμενόταν αρχικά, αν και δεν ανακοίνωσε καμία αλλαγή στην πορεία της νομισματικής πολιτικής. «Εχουν ενισχυθεί οι κίνδυνοι για μια επιβράδυνση της ανάπτυξης λόγω της επιμονής κάποιων παραγόντων αβεβαιότητας», δήλωσε ο κ. Ντράγκι στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ.

Στη Βρετανία, δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί για τους όρους αποχώρησης της χώρας από την Ε.Ε., η κεντρική τράπεζα έχει διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο 0,75% από τον περασμένο Αύγουστο. Μερίδα οικονομολόγων θεωρεί πως η επόμενη αύξηση του κόστους δανεισμού στη βρετανική οικονομία θα πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο αντί για μέσα στο επόμενο τρίμηνο που προβλεπόταν αρχικά. Στις ΗΠΑ μετριάζονται οι προσδοκίες για την αύξηση των επιτοκίων. Υπάρχουν εκτιμήσεις, μάλιστα, για μόνον μία αντί δύο αυξήσεις των επιτοκίων ή και καμία μέσα στο 2019.