ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρίσιμες σινοαμερικανικές διαπραγματεύσεις

Κρίσιμες σινοαμερικανικές διαπραγματεύσεις

Μετά τη διαμάχη που είχε με τους Δημοκρατικούς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα στρέψει την προσοχή του αυτήν την εβδομάδα στο επόμενο μέτωπο όπου διακυβεύονται περισσότερα: στην Κίνα. Οι εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ υψηλών κυβερνητικών αξιωματούχων των ΗΠΑ και της Κίνας ξεκινούν σήμερα με στόχο να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε έναν μήνα. Είναι μια μεγαλύτερη πρόκληση από την ανεπιτυχή απόπειρα του κ. Τραμπ να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων για την ανέγερση τείχους στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό. Οι διαπραγματεύσεις αυτές θα λάβουν χώρα σε μια κρίσιμη φάση για τον Λευκό Οίκο και την παγκόσμια οικονομία, η οποία αρχίζει να επιβραδύνει τους ρυθμούς της εν μέρει λόγω της πολιτικής προστατευτισμού που ασκεί η κυβέρνηση Τραμπ.

Μέσα στην εβδομάδα, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι του Πεκίνου με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Λιου Χε θα συναντηθούν με τους Αμερικανούς ομολόγους τους. Υπεύθυνοι των διαβουλεύσεων από την πλευρά του Λευκού Οίκου θα είναι ο Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, εκπρόσωπος Εμπορίου, και ο Στίβεν Μνούτσιν, υπουργός Οικονομικών. Εχει επίσης προγραμματιστεί κατ’ ιδίαν συνάντηση του κ. Λιου και τον κ. Τραμπ.

Εάν οι δύο πλευρές δεν καταλήξουν σε συμφωνία μέχρι τις 2 Μαρτίου, τότε οι ΗΠΑ θα εντείνουν τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και θα επιβάλουν νέους δασμούς σε προϊόντα της, αξίας 200 δισ. δολ. Η Κίνα έχει αφήσει να εννοηθεί πως δεν θα μείνει άπραγη και θα προχωρήσει σε αντίποινα. Οπότε οι διαπραγματεύσεις γίνονται ακόμη πιο κρίσιμες. Ο κ. Μνούτσιν είπε πως έχει υπάρξει «αξιόλογη κινητικότητα» ενόψει των διαπραγματεύσεων, αλλά τόνισε πως ακόμη συζητούνται «περίπλοκα ζητήματα». Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών πρόσθεσε πως θα πρέπει να επιλυθούν ορισμένα θέματα για την επίτευξη μιας συμφωνίας όπως η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων και η κατάργηση κανόνων που αναγκάζουν αμερικανικές εταιρείες να δημιουργούν κοινοπραξίες με κινεζικές εάν θέλουν να δραστηριοποιηθούν στην Κίνα. Οι ΗΠΑ τονίζουν επίσης πως θα πρέπει να υπάρχουν ρήτρες που θα διασφαλίζουν πρακτικά την εφαρμογή της συμφωνίας. «Προσδοκούμε σε μια συμφωνία και στην εφαρμογή της», σχολίασε ο κ. Μνούτσιν.

Αξιωματούχοι των ΗΠΑ θεωρούν πως το Πεκίνο θα επιδιώξει τη σύναψη μιας συμφωνίας με την Ουάσιγκτον λόγω της εξασθένησης της κινεζικής οικονομίας που αποδίδεται εν μέρει από τον εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει ο Αμερικανός πρόεδρος. Από την άλλη πλευρά, όμως, η αναστολή υπηρεσιών του ομοσπονδιακού κράτους επί 35 διαδοχικές ημέρες έχει αποδυναμώσει πολιτικά τον κ. Τραμπ και ίσως τη διαπραγματευτική του ισχύ. Τη Δευτέρα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτίμησε πως το κόστος αυτής της προσωρινής αλλά μακράς διακοπής ομοσπονδιακών υπηρεσιών ανέρχεται στα 3 δισ. δολάρια. Και το κόστος αυτό δεν θα μπορεί να καλυφθεί με κανέναν τρόπο στο μέλλον.

«Η χρονική διάρκεια της διακοπής των υπηρεσιών του ομοσπονδιακού κράτους εξέθεσαν το πόσο απρόβλεπτη και αδιάλλακτη μπορεί να γίνει η κυβέρνηση Τραμπ σε οικονομικά ζητήματα», σχολιάζει ο Εσγουαρ Πρασάντ, πρώην επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Κίνα. «Βέβαια, οι οικονομικές επιπτώσεις της προσωρινής διακοπής των λειτουργιών του ομοσπονδιακού κράτους μπορεί να αναγκάσουν την κυβέρνηση Τραμπ να είναι πιο ευέλικτη και πρόθυμη για να καταλήξει σε μια συμφωνία με την Κίνα», προσθέτει ο ίδιος. Ο Λευκός Οίκος ισχυρίζεται πως βρίσκεται σε θέση ισχύος, με τον κ. Τραμπ να γράφει στο Twitter πως είναι «έτοιμος να επιβάλει νέους δασμούς» και να προειδοποιεί την Κίνα πως ήρθε η ώρα «να σταματήσει να παίζει παιχνίδια». Αλλά και ο Λευκός Οίκος δέχεται πιέσεις από τις αμερικανικές εταιρείες που εξαρτώνται από την κινεζική οικονομία.