ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντιδράσεις προκαλεί η προσέγγιση Ιταλίας – Κίνας

Αντιδράσεις προκαλεί η προσέγγιση  Ιταλίας – Κίνας

Η Ιταλία προτίθεται να γίνει η πρώτη χώρα-μέλος του G7 που θα εμπλακεί στο αμφιλεγόμενο επενδυτικό σχέδιο της Κίνας, το γνωστό ως νέος Δρόμος του Μεταξιού. Η είδηση έχει προκαλέσει την αντίδραση της Ουάσιγκτον που επικρίνει το επίμαχο σχέδιο και γενικότερα τις προσπάθειες του Πεκίνου να επεκτείνει την οικονομική, διπλωματική, ακόμη και τη στρατιωτική επιρροή του ανά τον κόσμο.

Η κίνηση της Ρώμης αναμένεται, όμως, παράλληλα να αναζωπυρώσει τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει στους κόλπους της Ε.Ε. γύρω από τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη και τη στάση που πρέπει να τηρήσει η Ε.Ε. απέναντι στην κινεζική επέλαση. Η Ελλάδα συστρατεύεται με χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης που υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να επωφεληθούν από την επενδυτική διάθεση της Κίνας καθώς τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει προσελκύσει κινεζικά κεφάλαια ύψους πολλών δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή οι ισχυρότερες οικονομίες της Ευρωζώνης, με προεξάρχουσα τη Γερμανία αλλά και τη Γαλλία, προωθούν ρυθμίσεις με τις οποίες επιχειρούν να επιβάλουν αυστηρά κριτήρια στις κινεζικές επενδύσεις στη Γηραιά Ηπειρο.

Το επίμαχο σχέδιο της Ρώμης έκανε γνωστό στους Financial Times ο Μικέλε Γκεράτσι, υψηλόβαθμο στέλεχος του ιταλικού υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Γκεράτσι, οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί αλλά η γειτονική χώρα προτίθεται να υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με τον Κινέζο πρόεδρο στη διάρκεια επίσκεψης του κ. Σι Τζινπίνγκ στη Ρώμη στα τέλη Μαρτίου. Ο εν λόγω αξιωματούχος τόνισε, επίσης, πως κίνητρο της Ρώμης είναι να διασφαλίσει μεγαλύτερη επιτυχία στα προϊόντα «Made in Italy» μέσω των εξαγωγών στην Κίνα, «που είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά στον κόσμο».

Σε ό,τι αφορά την επίσκεψη του κ. Σι στη γειτονική χώρα, έχει προγραμματιστεί για τις 22 Μαρτίου. Στο πλαίσιό της ο Κινέζος πρόεδρος αναμένεται να συναντηθεί με τον Ιταλό ομόλογό του Σέρτζιο Ματαρέλα και με τον πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζουζέπε Κόντε. Θα έπεται δηλαδή κατά μία ημέρα της προγραμματισμένης για τις 21 Μαρτίου συνάντησης των χωρών-μελών της Ε.Ε. με θέμα τη διαμόρφωση κοινής προσέγγισης στις κινεζικές επενδύσεις εντός Ευρώπης. Σχολιάζοντας το σχετικό ρεπορτάζ των FT, ο Γκάρετ Μάρκις, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου, προέβλεψε πως η Ιταλία δεν πρόκειται να επωφεληθεί οικονομικά με την εμπλοκή της στον νέο Δρόμο του Μεταξιού και το μόνο που θα επιτύχει θα είναι να πλήξει το διεθνές κύρος της. Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, ο κ. Μάρκις χαρακτήρισε το επενδυτικό σχέδιο της Κίνας «πρωτοβουλία Made in China που εξυπηρετεί την Κίνα» και επανέλαβε τις προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον για τα αρνητικά παρεπόμενα της κινεζικής «διπλωματίας των υποδομών». Κάλεσε, άλλωστε, συμμάχους και εταίρους της υπερδύναμης, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, να ασκήσουν πιέσεις στο Πεκίνο προκειμένου να προσαρμόσει τις κινεζικές επενδύσεις στις διεθνείς προδιαγραφές και στις κοινά αποδεκτές καλές πρακτικές.

Ο νέος Δρόμος του Μεταξιού

Ο νέος Δρόμος του Μεταξιού είναι ένα πρόγραμμα έργων υποδομών σε 80 χώρες της Ευρασίας, Μέσης Ανατολής και Αφρικής που χρηματοδοτεί και κατασκευάζει η Κίνα. Η απόφαση της Ιταλίας να συμμετάσχει στο επίμαχο πρόγραμμα της Κίνας ανακοινώνεται ενώ εντείνεται ο προβληματισμός της Ε.Ε. για τη στάση που πρέπει να τηρήσει σε ό,τι αφορά την κινεζική επέλαση. Τελευταία, ο προβληματισμός αυτός έχει ενταθεί και επικεντρωθεί στο αν θα πρέπει οι ευρωπαϊκές χώρες να επιτρέψουν τη συμμετοχή της κινεζικής εταιρείας εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών Huawei στα ευρωπαϊκά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας πέμπτης γενιάς (G5). Η Ουάσιγκτον έχει κατηγορήσει τη Huawei ότι χρησιμοποιεί την τεχνολογία της κινητής τηλεφωνίας για να κατασκοπεύει τη Δύση. Επικρατεί, έτσι, ανησυχία και στην Ευρώπη για τους τυχόν κινδύνους ασφαλείας που ενδέχεται να εγκυμονεί η χρήση τεχνολογίας της Huawei. Πολλές χώρες της Ευρώπης έχουν, πάντως, συμφωνήσει να υπογράψουν με την Κίνα διμερείς συμφωνίες, με τις οποίες δεσμεύονται να υποστηρίξουν τον νέο Δρόμο του Μεταξιού. Ωστόσο, σε πρόσφατη επίσκεψή της στο Πεκίνο, η Βρετανίδα πρωθυπουργός αρνήθηκε να προσφέρει γραπτά τη στήριξή της.