ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η τελευταία «διάσωση» από τον Μάριο Ντράγκι

ntragki-139093

Περίπου τρεις μήνες πριν από τη λήξη της ταραχώδους θητείας του στο τιμόνι της ΕΚΤ και μία εβδομάδα πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση της αμερικανικής Federal Reserve, ο απερχόμενος πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι επιχειρεί να διαμηνύσει στις αγορές ένα καινούργιο «θα κάνω ό,τι κι αν χρειαστεί».

Αυτή τη φορά, όμως, αναμένεται να επιστρατεύσει όσα μέσα διαθέτει όχι για να σώσει το ευρώ και να επαναφέρει την ηρεμία στις αγορές ομολόγων, όπως το καλοκαίρι του 2012, αλλά για να τονώσει την οικονομία της Ευρωζώνης και να επιταχύνει τον πληθωρισμό της. Αφήνει εν ολίγοις να εννοηθεί πως τον Σεπτέμβριο η τράπεζα θα προχωρήσει όχι μόνον σε μια περαιτέρω μείωση των επιτοκίων βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος, αλλά θα ανακοινώσει παράλληλα μια πλήρη δέσμη μέτρων: αφενός ότι θα υιοθετήσει κλιμακωτά επιτόκια για να αμβλύνει τις παρενέργειες των αρνητικών επιτοκίων και αφετέρου ότι θα επανεκκινήσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Αναλυτές του Bloomberg προβλέπουν πως θα ανακοινώσει μηνιαίες αγορές ομολόγων αξίας 45 δισ. ευρώ.

Είχαν ήδη καλλιεργηθεί προσδοκίες πως η ΕΚΤ θα ανακοίνωνε τουλάχιστον μια περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της την περασμένη εβδομάδα. Ορισμένοι αναλυτές εξέφρασαν, έτσι, την εκτίμηση πως η ΕΚΤ δεν ήθελε να μειώσει τα επιτόκια του ευρώ πριν τη συνεδρίαση της Fed, ώστε να μην ενθαρρύνει μια δραστικότερη μείωση των επιτοκίων του δολαρίου. Κάτι τέτοιο, επισήμαναν οι αναλυτές, θα ασκούσε πιέσεις στο δολάριο και θα μπορούσε να πλήξει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Διότι θεωρείτο βέβαιο πως η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ θα προχωρήσει σε χαλάρωση της δικής της νομισματικής πολιτικής, καθώς η οικονομία της υπερδύναμης επιβραδύνεται και ο πληθωρισμός της παραμένει υποτονικός. Στην ίδια κατεύθυνση ενδέχεται να κινηθεί μία ημέρα πριν τη Fed και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, για πολύ παραπλήσιους λόγους.

Κάποιοι άλλοι αναλυτές εκτιμούν απλώς ότι η ΕΚΤ δεν θέλει να δείξει βιασύνη, ώστε να μη δώσει την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα έχει εξαντλήσει το οπλοστάσιό της και μαζί με αυτό τις δυνατότητές της να θωρακίσει την οικονομία της Ευρωζώνης σε περίπτωση νέας κρίσης. Ενα πράγμα είναι, πάντως, βέβαιο: ότι οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου δεν έχουν κατορθώσει να τονώσουν τον πληθωρισμό και παρά την άκρως αναπτυξιακή πολιτική που έχουν εφαρμόσει, βλέπουν τις οικονομίες τους να επιβραδύνονται και ετοιμάζονται να χαλαρώσουν περαιτέρω τη νομισματική πολιτική τους.

Επανεξετάζουν, παράλληλα, την πολιτική τους και αναζητούν εναλλακτικές προσεγγίσεις στο θέμα του πληθωρισμού, όπως το να επιτρέψουν μια προσωρινή αύξησή του πάνω από τα επίπεδα του στόχου προκειμένου να τονώσουν την οικονομία και την απασχόληση. Ο Μάριο Ντράγκι έχει τοποθετηθεί επί του θέματος υποστηρίζοντας πως η τράπεζα μπορεί να δεχθεί για κάποιο χρονικό διάστημα πληθωρισμό μεγαλύτερο του στόχου του 2%.

Οσον αφορά τη Fed, από το 2012 δεν έχει επιτύχει ποτέ τον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό. Οπως έχει φανεί από δηλώσεις του επικεφαλής της Τζερόμ Πάουελ, η τράπεζα προβληματίζεται για τις επιπτώσεις που μπορεί να συνεπάγεται μια αλλαγή στη στάση της και στην πολιτική της ώστε να δέχεται πληθωρισμό πάνω από το 2%. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Παρασκευή φέρουν την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας να επιβραδύνεται στο 2,1% το δεύτερο τρίμηνο. Στη συνεδρίασή της την Τετάρτη η Fed  αναμένεται να ανακοινώσει μείωση των επιτοκίων παρά τις αντιρρήσεις μερίδας των στελεχών της, που υποστηρίζουν πως η νομισματική πολιτική της υπερδύναμης πρέπει σταδιακά να επανέλθει στα λεγόμενα «κανονικά επίπεδα».

Τον Αύγουστο αναμένεται, άλλωστε, να μειώσει τα επιτόκιά της από το 1,5% στο 1,25% η Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας, καθώς ούτε εκεί δεν έχει επιτευχθεί ο στόχος του 2% για τον πληθωρισμό, ενώ μειώνονται σταδιακά οι προσλήψεις. Και, βέβαια, οι κεντρικές τράπεζες που καταφεύγουν στην άκρως χαλαρή νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν τα παρεπόμενα των ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων. Πολλώ δε μάλλον η ΕΚΤ, που τον Σεπτέμβριο ενδεχομένως να κληθεί να «χρυσώσει το χάπι» στις τράπεζες αν, όπως όλοι προβλέπουν, αναγκαστεί να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος.

Το κόστος

Η πολιτική των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων, πολλώ δε μάλλον των αρνητικών επιτοκίων που έχει επιλέξει η ΕΚΤ για την Ευρωζώνη, μπορεί να αποβαίνει ώς ένα βαθμό ευεργετική για την οικονομία, αλλά έχει κόστος. Πλήττει την κερδοφορία των τραπεζών που δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδη από τον δανεισμό και παράλληλα είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν χρεώσεις στην ΕΚΤ για να διατηρούν τη ρευστότητά τους στα ταμεία της. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί για τη ζημία και ασκούν πιέσεις για διορθωτικά μέτρα. Εν προκειμένω, η ΕΚΤ ίσως ανακοινώσει τον Σεπτέμβριο σύστημα πολλαπλών επιτοκίων που θα απαλλάσσει τμήμα των καταθέσεων από την επιβάρυνση. Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων και οι επιπτώσεις της στην κερδοφορία των γερμανικών τραπεζών έχει στο παρελθόν προκαλέσει τη ακραία αντίδραση του τέως υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που έφτασε στο σημείο να κατηγορεί την πολιτική του Μάριο Ντράγκι ότι ευθύνεται για την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία.