ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποδυναμωμένο το «οπλοστάσιο» των κεντρικών τραπεζών

gkat_27_2208_page_1_image_0002

Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, η κατάσταση έχει ήδη αλλάξει δραματικά σε σύγκριση με το τέλος του 2018. Εκτοτε, πρώτα η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) και στη συνέχεια η ΕΚΤ έχουν ανακρούσει πρύμναν, και έπεται συνέχεια.

Η ΕΚΤ ολοκλήρωσε τον περασμένο Δεκέμβριο το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, έχοντας αγοράσει περιουσιακά στοιχεία ύψους 2,65 τρισ. ευρώ. Ωστόσο, η επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας και γενικότερα της Ευρωζώνης αποδείχτηκε ότι δεν ήταν προσωρινή και ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ανάκαμψη το δεύτερο εξάμηνο του έτους, όπως προέβλεπαν έως πρόσφατα οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ. Ετσι, ο Μάριο Ντράγκι άφησε τον Ιούλιο ανοιχτό το ενδεχόμενο για μείωση του επιτοκίου δανεισμού για τράπεζες τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ολι Ρεν, κεντρικός τραπεζίτης της Φινλανδίας, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα πως η ΕΚΤ θα πρέπει να χαλαρώσει ακόμη περισσότερο τη νομισματική πολιτική της, ώστε να πείσει τις αγορές για τις προθέσεις της και να προλάβει περαιτέρω επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η Fed, μετά τις τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων δανεισμού το 2018, αποφάσισε τον Ιανουάριο να υιοθετήσει «υπομονετική» στάση, ενώ δέχεται συνεχώς πυρά από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, που την κατηγορεί ότι ασκεί υπερβολικά σκληρή νομισματική πολιτική. Τον Ιούλιο, η Fed προχώρησε σε μείωση του βασικού επιτοκίου δανεισμού κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ ο πρόεδρός της Τζερόμ Πάουελ άφησε ανοιχτή την πιθανότητα για περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Οι επενδυτές θα έχουν την ευκαιρία να πληροφορηθούν τις προθέσεις της Fed την Παρασκευή, όταν ο Πάουελ θα μιλήσει στο ετήσιο συνέδριο της Fed στο Τζάκσον Χόουλ. Οι αγορές προβλέπουν τουλάχιστον δύο μειώσεις επιτοκίων δανεισμού από τη Fed μέχρι το τέλος του έτους. Σε πολύ δύσκολη θέση βρίσκεται η Τράπεζα της Αγγλίας. Από τη μία πλευρά η βρετανική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,2% το δεύτερο τρίμηνο, όμως από την άλλη πλευρά ο πληθωρισμός βρίσκεται κοντά στο επιθυμητό επίπεδο. Ο Μαρκ Κάρνεϊ, διοικητής της ΤτΑ, επιμένει ότι ακόμα και αν υπάρξει άτακτο Brexit, η αντίδραση της κεντρικής τράπεζας δεν θα είναι αυτόματα η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Η στερλίνα υποχωρεί έναντι του δολαρίου και του ευρώ, ενώ προβάλλει απειλητικά η πιθανότητα να υπάρξει έλλειψη τροφίμων εξαιτίας της αύξησης των δασμών μετά το Brexit. Αυτές οι δυνάμεις θα πιέσουν προς τα επάνω τον πληθωρισμό, τη στιγμή που θα επιβραδύνεται η οικονομία, περιπλέκοντας την κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, οι επενδυτές στοιχηματίζουν πως ο Κάρνεϊ θα μειώσει τα επιτόκια δανεισμού.

Η κεντρική τράπεζα της Κίνας (PBOC) βρίσκεται στο μέσον της διαδικασίας μεταρρύθμισης του συστήματος των επιτοκίων δανεισμού, τη στιγμή που η ανάπτυξη της Κίνας υποχώρησε το δεύτερο τρίμηνο στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τριών δεκαετιών. Παράλληλα, όλο και περισσότεροι επενδυτές ζητούν από την κινεζική κεντρική τράπεζα να προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων δανεισμού, ώστε να υποστηρίξει την οικονομία που πλήττεται από τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ. Τέλος, η Τράπεζα της Ιαπωνίας δηλώνει έτοιμη να χαλαρώσει ακόμα περισσότερο τη νομισματική πολιτική της, καθώς και η Ιαπωνία πλήττεται από τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ – Κίνας. Η κεντρική τράπεζα, που εφάρμοσε πριν από κάθε άλλη την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης, έχει δηλώσει πως, αν χρειαστεί, θα μειώσει ακόμα περισσότερο το επιτόκιο δανεισμού (σήμερα στο -0,1%), ενώ ανοιχτό είναι και το ενδεχόμενο να χαμηλώσει ακόμα περισσότερο τον στόχο για την απόδοση των δεκαετών ιαπωνικών ομολόγων, να ενισχύσει τη ρευστότητα και να αυξήσει τις αγορές περιουσιακών στοιχείων.