ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπρινό Λε Μερ: Αναστολή διαρκείας δημοσιονομικών κανόνων

gkat_27_1604_page_1_image_0001

Τη σημασία της παράτασης της δημοσιονομικής ευελιξίας που έχει χορηγηθεί στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. για αρκετό χρόνο, ώστε να ανακάμψουν οι οικονομίες τους, τονίζει ο Μπρινό Λε Μερ, σε συνέντευξή του στους ανταποκριτές Βρυξελλών κορυφαίων ευρωπαϊκών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η «Κ». Ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών αναδεικνύει επίσης τη διάθεση του Παρισιού να αποδεχθεί τη λογική της μερικής ανάληψης υποχρεώσεων ως τη βάση για την έκδοση κοινού χρέους που θα χρηματοδοτήσει το νέο Ταμείο Ανάκαμψης (Recovery Fund). Η υποχώρηση αυτή, που αποτελεί έκπτωση από τον στόχο του ευρωομολόγου, καθιστά πιο πιθανή την επίτευξη συμφωνίας επί του ζητήματος με το Βερολίνο.

Σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες, ο κ. Λε Μερ δηλώνει: «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η οικονομική ανάκαμψη θα είναι μακρά, δύσκολη και υψηλού κόστους. Δεν θα είναι σαν να ανοίγουμε ένα διακόπτη από το off στο on – ένα ζήτημα ημερών ή εβδομάδων. Ούτε καν ένα ζήτημα μηνών. Χρειάζεται χρόνος για να ανοίξουν μαγαζιά και εστιατόρια, για να αποκατασταθεί η παραγωγική ικανότητα των βιομηχανιών μας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη που κάναμε το 2009-2010, όταν βιαστήκαμε πολύ να περιορίσουμε την ευελιξία που είχαμε θεσμοθετήσει, επιλογή για την οποία πληρώσαμε βαρύ τίμημα. Είναι πεποίθησή μου ότι πρέπει να κινηθούμε βήμα βήμα, στηρίζοντας την οικονομική ανάκαμψη για όσο είναι αναγκαίο και μην επαναφέροντας τους δημοσιονομικούς κανόνες πολύ σύντομα, γιατί αυτό θα έθετε σε κίνδυνο την ανάκαμψη».

Για το Ταμείο Ανάκαμψης –πρόταση την οποία ο ίδιος παρουσίασε πριν από δύο εβδομάδες– και τον τρόπο χρηματοδότησής του, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας επαναλαμβάνει ότι η χώρα του προτιμά την κοινή και εις ολόκληρον (joint and several) εγγύηση όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε., όπου κάθε χώρα θα αναλαμβάνει την ευθύνη για το σύνολο του χρέους που θα εκδώσει το νέο ταμείο. Ωστόσο –σε μία σημαντική παραχώρηση– δηλώνει, απαντώντας σε ερώτηση για το μοντέλο ESM, όπου κάθε χώρα αναλαμβάνει υποχρεώσεις ανάλογα με το μερίδιό της στα κεφάλαια του οργανισμού, ότι «είμαστε ανοιχτοί σε άλλες επιλογές, αλλά έχουμε φτάσει στη στιγμή των αποφάσεων. Και για να μπορέσουμε να αποφασίσουμε, πρέπει να μπορούμε να κάνουμε συμβιβασμούς. Ολοι θα πρέπει να κάνουμε βήματα στην κατεύθυνση των άλλων κρατών-μελών. Ετσι καταφέραμε την αποφασιστική συναίνεση για το συνολικό πακέτο στο οποίο συμφώνησαν οι 27 υπουργοί Οικονομικών».   

Τρεις λόγοι

Ανεξαρτήτως της μορφής των κοινών εγγυήσεων, ο κ. Λε Μερ εξηγεί τους τρόπους με τους οποίους η γαλλική πρόταση διαφέρει από το ευρωομόλογο στην αγνή του εκδοχή (το οποίο «πρέπει να είναι μια δυνατότητα στο μέλλον», σημειώνει) και άρα μπορεί να γίνει αποδεκτή στο επίπεδο των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στην τηλεδιάσκεψη της 23ης Απριλίου: «Προτείνουμε την έκδοση κοινού χρέους μόνο για το μέλλον, ενώ τα ευρωομόλογα αφορούν και τα χρέη του παρελθόντος· δεύτερον, το κοινό χρέος θα εκδίδεται για σύντομη, πεπερασμένη περίοδο· τρίτον, οι πόροι θα κατευθυνθούν αποκλειστικά σε επενδύσεις. Γι’ αυτούς τους τρεις λόγους πιστεύω ότι υπάρχουν περιθώρια για διαπραγματεύσεις (που θα οδηγήσουν στην τελική συμφωνία). Θέλω επίσης να επιμείνω σε ένα επιχείρημα που θα έπρεπε να πείσει τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς φίλους μας: ότι από οικονομικής απόψεως, η έκδοση κοινού χρέους είναι καλύτερο εργαλείο από τη χρήση του κοινοτικού προϋπολογισμού (πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο ή ΠΔΠ). Η έκδοση χρέους, με πολύ χαμηλά επιτόκια, επιτρέπει τη διασπορά του κόστους της ανάκαμψης σε βάθος χρόνου, ενώ η χρήση πόρων του ΠΔΠ επιβαρύνει άμεσα τους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών».

Χαρακτηρίζει «σαφώς όχι καλή επιλογή» μία έκδοση κοινού χρέους από μια συμμαχία των προθύμων, χωρίς τη συμμετοχή όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε. «Πρέπει να διατηρήσουμε την ενότητα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης», λέει. «Η σοφία έγκειται στην ενότητα. Πρέπει να είμαστε ενωμένοι και τολμηροί, νομίζω ότι μπορούμε να συνδυάσουμε τα δύο».

Το αναγκαίο μέγεθος

Οι πόροι που θα αντλήσει το Ταμείο Ανάκαμψης, μέσω ενός οχήματος ειδικού σκοπού ή μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τον κ. Λε Μερ, θα χορηγηθούν στα κράτη-μέλη ως «μεταβιβάσεις, όχι ως δάνεια», με κριτήριο την επίδραση της πανδημίας στην οικονομία τους. Την ακριβή μεθοδολογία προτείνει να την καταρτίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι επενδύσεις «πρέπει να είναι διάρκειας 3-5 ετών», λέει. Η εξυπηρέτηση των νέων χρεών θα γίνει βάσει «του ΑΕΠ του κάθε κράτους-μέλους», σε βάθος «10 έως 20 ετών». Σημειώνοντας ότι η συντονισμένη ανάκαμψη «θα κοστίσει πολύ», τοποθετεί το πιθανό μέγεθος του ταμείου γύρω στο 1 τρισ. ευρώ.

Τονίζει, δε, τους λόγους για τους οποίους η σύσταση του νέου ταμείου είναι κρίσιμης σημασίας για την αντιμετώπιση της «μεγαλύτερης κρίσης στην ιστορία της Ε.Ε.», όπως χαρακτηρίζει την πανδημία: «Θα χρειαστούν τεράστιες δαπάνες για να αντιμετωπίσουμε τις επενδυτικές ανάγκες της επόμενης μέρας», λέει. «Αν θέλουμε να κινηθούμε στους ίδιους ρυθμούς, υπάρχει ανάγκη για κοινή χρηματοδότηση των επενδύσεων αυτών. Διαφορετικά, χώρες που έχουν τη δημοσιονομική δυνατότητα θα ανακάμψουν ταχέως, ενώ άλλες θα μείνουν πίσω, αυξάνοντας τις αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών με τρόπο που θα σημάνει το τέλος της Ευρωζώνης».

Επιπλέον, «αν αργήσει η ανάκαμψη, κινδυνεύουμε να τεθούμε εκτός αγώνα στην κούρσα του 21ου αιώνα», τονίζει, μένοντας πίσω σε τεχνολογίες όπως το 5G και η τεχνητή νοημοσύνη. «Σε λίγα χρόνια δεν θα μπορούμε πλέον να ανταγωνιστούμε τις ΗΠΑ και την Κίνα». Ο Γάλλος υπουργός δηλώνει «πολύ ικανοποιημένος» με το γεγονός ότι «πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί ηγέτες στη Γερμανία αλλάζουν γνώμη και στηρίζουν την πρότασή μας».

Η ερμηνεία της συμφωνίας

Ο κ. Λε Μερ χαρακτηρίζει «σωστές» τις πρώτες αποφάσεις οικονομικής πολιτικής που ελήφθησαν σε επίπεδο κρατών-μελών, αλλά και από την Κομισιόν (αναστολή Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, χαλάρωση κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων) και την ΕΚΤ. Για το οικονομικό πακέτο των 540 δισ. ευρώ, που συμφωνήθηκε ύστερα από «μακρές διαπραγματεύσεις» στο Eurogroup την περασμένη Πέμπτη, λέει πως πρόκειται για «καλό και ισχυρό» σχέδιο, τονίζοντας ότι το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί «κομβικό μέρος» του και ότι η Γαλλία δεν θα αποδεχθεί οποιαδήποτε προσπάθεια να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Ερωτηθείς για τη στάση της Ολλανδίας στις διαπραγματεύσεις αυτές, σημειώνει ότι ήταν «σκληρή καθ’ όλη τη διάρκειά τους, αλλά δεν ήταν αρνητική». Ολες οι κυβερνήσεις πρέπει να διαχειριστούν την κοινή γνώμη στη χώρα τους, παρατηρεί, αναφέροντας ότι στην τελική ευθεία των διαπραγματεύσεων του Eurogroup «συνεργάστηκα στενά με τον Ολλανδό ομόλογό μου Βόπκε Χούκστρα και ανοίξαμε τον δρόμο για ένα συμβιβασμό». Μνημονεύει επίσης τον ρόλο του προέδρου Μακρόν και του τηλεφωνήματός του στον Μαρκ Ρούτε το πρωί της περασμένης Πέμπτης στην υπέρβαση του αδιεξόδου.

Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η Χάγη και το Παρίσι έχουν ερμηνεύσει διαφορετικά τη συμφωνία. Για παράδειγμα, στο κοινό ανακοινωθέν αναφέρεται ότι χώρες που θα προσφύγουν στην προληπτική πιστωτική γραμμή (ECCL) του ESM θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους πόρους για να καλύψουν «έμμεσα και άμεσα κόστη υγείας, θεραπείας και πρόληψης» που θα προκύψουν από την κρίση του κορωνοϊού. Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε μετά το Eurogroup, ο κ. Χούκστρα απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο χρήσης των πόρων της πιστωτικής γραμμής του ESM για τόνωση της οικονομίας.

«Ξέρω ότι κάποια κράτη-μέλη το αμφισβητούν, αλλά είναι γραμμένο ξεκάθαρα», λέει ο κ. Λε Μερ. Η προληπτική γραμμή «αφορά και το κόστος πρόληψης – και τα μέτρα καραντίνας είναι σαφώς μέρος της πρόληψης. Αρα, οι συνέπειες της καραντίνας θα έπρεπε να υπάγονται στην εμβέλεια των προγραμμάτων του ESM». Δηλώνει πάντως «απολύτως πεπεισμένος» ότι δεν θα προκύψουν διαφωνίες στην πράξη στο ζήτημα αυτό. 

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο μιας κρίσης χρέους στην Ιταλία εάν δεν συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη στην έκδοση κοινού χρέους, ο Γάλλος υπουργός επαινεί εμμέσως την προκάτοχό του στο Bercy, Κριστίν Λαγκάρντ: «Οπως ξέρετε, η ΕΚΤ παίζει τον ρόλο της ακριβώς όπως πρέπει και πραγματικά πιστεύω ότι αποτελεί την καλύτερη προστασία κατά οποιασδήποτε υποψίας κρίσης χρέους». Τέλος, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να προσφύγει και η Γαλλία στην προληπτική πιστωτική γραμμή του ESM: «Δεν μπορώ να σας πω, γιατί δεν ξέρω ποιες θα είναι οι ανάγκες του γαλλικού κράτους σε δύο, τρεις ή τέσσερις μήνες».