ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περιορίζονται διεθνώς τα ενεργειακά επιδόματα

Περιορίζονται διεθνώς τα ενεργειακά επιδόματα

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει οδηγήσει σε ύφεση τις οικονομίες των χωρών και έχει μειώσει τα κρατικά έσοδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλές χώρες να επιλέγουν ένα επικίνδυνο μονοπάτι: την άρση των επιδοτήσεων όσον αφορά τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και του πετρελαίου. Η Νιγηρία και η Τυνησία έχουν μειώσει τις επιδοτήσεις στα καύσιμα, ενώ η Ινδία αύξησε τους φόρους στη βενζίνη και στο πετρέλαιο. Αξιωματούχοι του Σουδάν σχεδιάζουν, από την πλευρά τους, να αντικαταστήσουν μερικές από τις επιδοτήσεις με τη χορήγηση άμεσης ρευστότητας προς τους φτωχούς. Και η Βενεζουέλα, όμως, της οποίας η οικονομία κατέρρεε ήδη πριν από την επέλαση της πανδημίας, έχει έως ένα βαθμό αποσύρει τις επιδοτήσεις για τη βενζίνη.

Σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, οι εκλεγμένοι ηγέτες έρχονται αντιμέτωποι με τις πολιτικές παρενέργειες της απόσυρσης των επιχορηγήσεων και της αύξησης των φόρων. Αυτό συμβαίνει διότι τους τελευταίους μήνες οι τιμές του «μαύρου χρυσού», του φυσικού αερίου αλλά και των υπόλοιπων καυσίμων έχουν καταρρεύσει. Επίσης, η αεροπορική και η βιομηχανική δραστηριότητα έχουν επίσης περιοριστεί απότομα. Ωστόσο, αυτό το κλίμα θα μπορούσε να αντιστραφεί όταν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας απαλλαγούν από τις επιπτώσεις που έχει επιφέρει η πανδημία.

Η χορήγηση ενεργειακών επιδομάτων συχνά θεωρείται δεδομένη έξω από την κεντρική εξουσία. Αποτελεί, όμως, βασική πολιτική επιλογή που επιβαρύνει τους κυβερνητικούς προϋπολογισμούς καθώς και την οικονομική ανάπτυξη. «Οι κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα», αναφέρει ο Τζιμ Κρέιν, αναλυτής του ενεργειακού κλάδου στο πανεπιστήμιο Rice, ο οποίος ειδικεύεται στο ζήτημα των επιχορηγήσεων. «Προτιμούν άραγε να προστατεύσουν τους φτωχούς που ενδεχομένως έχουν χάσει τη δουλειά και το εισόδημά τους ή μήπως προτιμούν να λάβουν μέτρα κατά του ολέθριου κόστους που θα σημειωθεί μακροπρόθεσμα στους προϋπολογισμούς τους;»

Πολλές χώρες που έχουν ανεπαρκές ασφαλιστικό και φορολογικό σύστημα πολύ συχνά στρέφονται προς την πολιτική των επιχορηγήσεων διότι συνιστούν έναν εύκολο τρόπο για να διανείμουν στον κόσμο ηλεκτρικό ρεύμα, αέριο και πετρέλαιο σε προσιτή τιμή. Φτωχοί άνθρωποι σε αναπτυσσόμενες χώρες δεν έχουν δικά τους αυτοκίνητα και μένουν σε χωριά που τις περισσότερες φορές –εάν και εφόσον έχουν τις υποδομές– διαθέτουν ενέργεια μόνο για λίγες ώρες την ημέρα. Ομως, μια οποιαδήποτε αύξηση των τιμών μπορεί να στερήσει από τον κόσμο τη δυνατότητα να ζήσει αξιοπρεπώς. Επίσης, οι περικοπές των επιχορηγήσεων έχουν προκαλέσει πολιτικές διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις, ενώ έχουν οδηγήσει και σε απεργίες από το Ιράν μέχρι και την Ινδονησία.

Εκπλήσσει, λοιπόν, το γεγονός ότι ορισμένες χώρες ακολούθησαν πρόθυμα τις παραινέσεις των οικονομολόγων της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ και άλλων οργανισμών για την περικοπή των επιδομάτων. Ειδικοί αναφέρουν ότι η κρατική δαπάνη σε καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα μπορεί να καταστήσει δύσκολη τη χρηματοδότηση δαπανών στους κλάδους της υγείας και της παιδείας.

Επίσης, ενθαρρύνει τον κόσμο να καταναλώνει περισσότερη ενέργεια από αυτή που πραγματικά έχει ανάγκη, αυξάνοντας την κίνηση στους δρόμους και επιβαρύνοντας την ατμόσφαιρα. Εν τω μεταξύ, οι παροχές για χαμηλές τιμές ενέργειας χαραμίζονται όταν λαθρέμποροι μεταπωλούν καύσιμα σε κάποια άλλη χώρα όπου έχουν υψηλότερες τιμές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χορηγήσεις ενεργειακών επιδομάτων σε περισσότερες από 40 χώρες ανήλθαν στα 318 δισ. δολ. πέρυσι, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Τα μισά αφορούν επιδόματα για πετρέλαιο και τα υπόλοιπα για ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και κάρβουνο. Οι χώρες που χορήγησαν τα υψηλότερα επιδόματα πέρυσι ήταν το Ιράν, η Κίνα, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία. Σύμφωνα με τον ίδιο οργανισμό, περίπου το 10% της παγκόσμιας κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων επιδοτήθηκε.