ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τέσσερις άξονες συζήτησης, πέρα από τη δημοπρασία ελαφρύνσεων

Η προκήρυξη γενικών εκλογών για τις 14 Μαρτίου αποκρυστάλλωσε τις προτάσεις των πολιτικών κομμάτων στα φορολογικά ζητήματα. Σε πρώτη προσέγγιση, θεωρώ ικανοποιητικό ότι η συζήτηση του πώς, από ποιους και πότε πρέπει να εισπράττονται οι φόροι, μαζί με το πώς τους διαχειριζόμαστε και τους δαπανάμε, ενσωματώνεται στα ήθη του δημοκρατικού μας συστήματος, αφού τελικά αυτό που συζητάμε είναι το μοντέλο κοινωνίας που έχουμε και πώς κάθε πολιτική επιλογή θέλει να το βελτιώσει.

Βέβαιο είναι επίσης ότι φαίνεται να έχουμε μπει σε ένα είδος «δημοπρασίας φορολογικών μειώσεων» με ανησυχητικές διαστάσεις, αφού το λογικό θα ήταν, κάθε συγκεκριμένη πρόταση να συνοδεύεται από την κατά προσέγγιση εισπρακτική της επίπτωση, και με ένα σχόλιο πάνω στις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που επιδιώκεται να φέρει. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει γενικά να χαιρετίσουμε αυτήν τη βούληση να μειωθεί η φορολογική προσπάθεια, η οποία, υποθέτω, προκύπτει από την πεποίθηση ότι υπάρχουν όρια στη φορολογική πίεση ώστε να μην υπονομευθεί η καλή λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Καθώς τα κύρια κόμματα της χώρας μας φαίνεται να συμφωνούν με τα παραπάνω, από τη μία πλευρά το PSOE έχει κάνει σαφές ότι προτεραιότητά του είναι να εγγυηθεί την προοδευτικότητα του συστήματος. Προτείνει, μεταξύ άλλων, τη μείωση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή στις εταιρείες, τη μείωση κλιμακίων και συντελεστών στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τη μεγαλύτερη φορολόγηση των υπεραξιών, απλουστεύοντας τον φόρο με την κατάργηση μεγάλου μέρους των απαλλαγών. Οσον αφορά τον φόρο στην περιουσία και τον φόρο κληρονομιών και δωρεών, προτείνει την κατάργηση της υποχρέωσης πληρωμής και των δύο φόρων για τις μεσαίες και μικρές περιουσίες. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η πρωτοβουλία να εισαχθεί ένας πολύ χαμηλός συντελεστής 4% στον φόρο προστιθέμενης αξίας για ορισμένα προϊόντα κοινωνικού χαρακτήρα.

Από την άλλη πλευρά, το Λαϊκό Κόμμα, όπως και στις προηγούμενες εκλογές, έδωσε προσοχή στα ζητήματα αυτά και, κατά συνέπεια, κατήργησε τον φόρο σε πολλές οικονομικές δραστηριότητες και μεταρρύθμισε τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων μειώνοντας τους συντελεστές. Αυτήν τη φορά οι προτάσεις του συνίστανται βασικά στη μείωση κατά κάποιες μονάδες του μέγιστου και του ελάχιστου συντελεστή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και σε μια μεταρρύθμιση εις βάθος του φόρου στην περιουσία και του φόρου κληρονομιών και δωρεών. Τις προτάσεις του αυτές που μειώνουν τα έσοδα τις στηρίζει με την αναφορά στα υψηλότερα επίπεδα εισπράξεων που θα επιτευχθούν με τα υψηλότερα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας, ακολουθώντας την ιδέα του λεγόμενου «ενάρετου κύκλου» που συνδέει τις επιλεκτικές μειώσεις φόρων με την οικονομική μεγέθυνση.

Κατά τη γνώμη μου, σε τέσσερα μεγάλα θέματα θα έπρεπε να περιστραφεί η συζήτηση για το φορολογικό. Το πρώτο είναι πώς διαχειριζόμαστε και πώς κατορθώνουμε να εκπληρώνονται οι φορολογικές υποχρεώσεις. Πέρα από τα διάφορα εργαλεία που μπορούν να αποκτήσουν οι τοπικές αυτοδιοικήσεις για να διαχειρισθούν τους δικούς τους και τους εκχωρημένους φόρους, όλα δείχνουν ότι η διατήρηση μιας κρατικής υπηρεσίας με την εξουσιοδότηση και τη συμμετοχή τους, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και της συντονισμένης δράσης, ενδείκνυται περισσότερο για να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα, αν επιπλέον λάβουμε υπόψη την αυξανόμενη συνθετότητα του περιβάλλοντος στο οποίο πρέπει να δράσουμε, όπου οι εικονικές κινήσεις κεφαλαίων και εμπορευμάτων υποκαθιστούν τις φυσικές σε μια αγορά ολοένα πιο παγκοσμιοποιημένη.

Ενα δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με τον φόρο κληρονομιών και δωρεών και τον φόρο στην περιουσία, όπου φαίνεται να υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών της κατάργησής τους και εκείνων που υποστηρίζουν, μέσω απαλλασσόμενων ορίων και μείωσης των συντελεστών, να επιβαρύνει μόνο τις μεγάλες περιουσίες.

Το τρίτο θέμα σχετίζεται με τον φόρο εισοδήματος των φυσικών προσώπων και τον φόρο των εταιρειών. Εδώ θα έπρεπε να εκτεθούν επακριβώς οι προτεινόμενες μειώσεις συντελεστών και το προβλεπόμενο πεδίο εφαρμογής. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με κάθε πρόταση που θα άλλαζε ριζικά τη φορολογική μεταχείριση της αποταμίευσης για τις ανεπιθύμητες συνέπειες που θα μπορούσε να έχει, ή με την κατάργηση απαλλαγών ευρείας χρήσης.

Και ένα τελευταίο ζήτημα είναι η καταλληλότητα του συστήματος χρηματοδότησης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, προ πάντων όσον αφορά την επάρκειά του. Γι’ αυτό θα έπρεπε να εξετασθεί αν οι πόροι των δήμων είναι επαρκείς για να καλυφθεί η ισχυρή ζήτηση για δημοτικές υπηρεσίες.

Ως επιστέγασμα, όλη αυτή η συζήτηση για τη φορολογία θα έπρεπε επίσης να απαντήσει στο ερώτημα πώς θα κάνουμε συμβατή μιαν αποτελεσματική διοίκηση στην είσπραξη των φόρων με μιαν αυξανόμενη ευαισθησία των φορολογουμένων για τη δικονομική και οικονομική ασφάλεια της έννομης τάξης μας, με την πρόσθετη υπενθύμηση ότι οι αρχές αυτές ενισχύονται ιδίως όταν οι κανόνες είναι σαφείς, λιτοί και με τάση μονιμότητας.

Δημοσιεύθηκε στην El Pais στις 22.2.2004.