ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανησυχητική πτώση βιομηχανικής παραγωγής στη Γερμανία

Μείωση σημείωσε τον Ιανουάριο η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, που καταδεικνύουν ότι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία αγωνίζεται να ανακάμψει.

Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών και Εργασίας, η παραγωγή σε βιομηχανίες, κατασκευαστικές και ορυχεία υποχώρησε κατά 0,1% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο, οπότε είχε αυξηθεί στο ίδιο ποσοστό. Ειδικότερα, τη μεγαλύτερη μείωση, κατά 7,4%, κατέγραψε ο τομέας των κατασκευαστικών και ακολούθησε ο τομέας της ενέργειας, η παραγωγή του οποίου μειώθηκε κατά 3%. H παραγωγή διαρκών καταναλωτικών αγαθών, όπως τα πλυντήρια και οι τηλεοράσεις, υποχώρησε κατά 1,5% ενώ οι επιχειρήσεις αύξησαν κατά 1,5% την παραγωγή βιομηχανικού εξοπλισμού. Σύμφωνα, πάντως, με ανεξάρτητη μελέτη της Bundesbank, η βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 1,3%. Τον ίδιο μήνα, άλλωστε, τον Ιανουάριο, οι παραγγελίες των βιομηχανιών μειώθηκαν για πρώτη φορά μετά οκτώ μήνες εξ αιτίας της μείωσης των παραγγελιών από το εξωτερικό. Σύμφωνα με σχετική μελέτη οικονομικών ινστιτούτων που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, το περασμένο έτος οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 9,7% ενώ αυξήθηκαν κατά 9,9% προς την Ιαπωνία και κατά 14,7% προς την Κίνα.

Αρνητικό κλίμα

Τον Ιανουάριο, άλλωστε, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη υποχώρησε και η ανεργία αυξήθηκε και το αποτέλεσμα είναι ότι η ανησυχία για το ενδεχόμενο νέων απολύσεων συνεχίζει να κάμπτει τις καταναλωτικές δαπάνες. Ενδεικτική του κλίματος είναι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η Volkswagen, που χθες ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε 5.500 νέες απολύσεις. «Διαπιστώνουμε ενδείξεις ανάκαμψης στην Ευρώπη αλλά δεν είναι σταθερές», επισημαίνει ο Ντίτμαρ Λέι, διευθύνων σύμβουλος της Basler AG, ενώ πιο αισιόδοξος φαίνεται ο Λορέντζο Κοντόνιο, οικονομικός αναλυτής της Bank of America Corp στο Λονδίνο, που εκτιμά ότι η ανάκαμψη συνεχίζεται αλλά «ήταν λογικό να περιμένουμε κάποια επιβράδυνσή της εξ αιτίας της ραγδαίας ανατίμησης του ευρώ».

Οπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, οι επενδύσεις ήταν αυτές που βοήθησαν τη γερμανική οικονομία να σημειώσει ανάπτυξη κατά το τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους, ενώ υποχωρούσαν οι καταναλωτικές δαπάνες και η ανατίμηση του ευρώ επιβράδυνε την αύξηση των εξαγωγών. Ωστόσο, τα τελευταία τρία χρόνια, η γερμανική οικονομία δεν έχει σημειώσει ανάπτυξη μεγαλύτερη του 1% και ο Γερμανός καγκελάριος έχει καταφύγει σε φοροαπαλλαγές συνολικού ύψους 15 δισ. ευρώ για να δώσει ώθηση στις επενδύσεις και στις δαπάνες. Μέχρι στιγμής, όμως, τα μέτρα δεν έχουν αποδώσει και οι λιανικές πωλήσεις αναμένεται να παραμείνουν στάσιμες στη Γερμανία ύστερα από τρία χρόνια συνεχούς μείωσής τους.

Υψηλό έλλειμμα

Εξ άλλου, τα περιθώρια της κυβέρνησης για περαιτέρω φοροαπαλλαγές είναι περιορισμένα καθώς ισχύουν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. H Γερμανία αναμένεται, πάντως, ότι το 2005 θα παραβιάσει το όριο του 3% για το δημοσιονομικό έλλειμμα, για τέταρτο συναπτό έτος, αν σημειωθεί οικονομική ανάπτυξη μικρότερη από τις προβλέψεις της κυβέρνησης. H επίσημη πρόβλεψη για το τρέχον έτος είναι ότι η ανάπτυξη θα κυμανθεί από 1,5% έως 2% αλλά πολλά οικονομικά ινστιτούτα της χώρας δεν συμμερίζονται την άποψη της κυβέρνησης. H Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πάντως, κωφεύει στις εκκλήσεις που της απηύθυνε την περασμένη εβδομάδα ο Γερμανός καγκελάριος για μείωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων και επιμένει ότι το τρέχον έτος η οικονομία της Ζώνης Ευρώ θα ανακάμψει και θα αναπτυχθεί κατά 1,5%.