ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι… δρόμοι του φθηνού κόστους

Τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση εξωθεί πολλές επιχειρήσεις του δυτικού κόσμου να αναζητούν φθηνά αλλά εξειδικευμένα εργατικά χέρια κυριολεκτικά σε όλον τον κόσμο, πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρίσκουν απλώς τη λύση στα νώτα τους. Είναι γνωστό ότι πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στρέφονται στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Ασία με κύριο κίνητρο, βέβαια, τη μείωση του κόστους και τη φθηνότερη παραγωγή. Σύμφωνα, όμως, με πρόσφατες έρευνες, ο λόγος που η Δύση στρέφεται στην ανατολική της ενδοχώρα σε αναζήτηση εργατικών χεριών είναι ότι πάσχει από έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Κι αυτό υπάρχει σε αφθονία όχι μόνον στις υπό ένταξη χώρες από την Ανατολική Ευρώπη αλλά και σε χώρες όπως η Ρωσία, η Ουκρανία και η Βουλγαρία.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο γερμανικός κολοσσός Siemens προκάλεσε σοκ στη Γερμανία, ανακοινώνοντας ότι σκοπεύει να μεταφέρει σε χώρες με χαμηλούς μισθούς τουλάχιστον το 1/3 των μονάδων του έρευνας και ανάπτυξης υψηλής τεχνολογίας, που αριθμούν περί τις 10.000 θέσεις εργασίας. O επικεφαλής στρατηγικής της εταιρείας, Γιοχάνες Φελντμάγιερ, δήλωσε ότι κίνητρο της Siemens δεν ήταν μόνον η ενδεχόμενη μείωση του κόστους αλλά και ο μεγάλος βαθμός εξειδίκευσης που μπορεί να βρει κανείς στις χώρες με χαμηλούς μισθούς. Στη Γερμανία πολύ πολιτικοί έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να πείσουν τους ψηφοφόρους για τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου, υπογραμμίζοντας ότι η αναβάθμιση της εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης καθώς και η έρευνα και ανάπτυξη αποτελούν τη σωστή αντίδραση.

Σε ομιλία του στο πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψής του στις ΗΠΑ, ο Γερμανός καγκελάριος, Γκέρχαρντ Σρέντερ, δήλωσε ότι ο προστατευτισμός δεν προσφέρει πλέον την απάντηση στην τάση για ελεύθερο εμπόριο και ευελιξία στις επιχειρήσεις. «Πρέπει να πείσουμε τον κόσμο ότι η παγκόσμια οικονομία και το ελεύθερο εμπόριο προσφέρουν τις καλύτερες προοπτικές για όλους μας». Εξάλλου, η «ατζέντα της Λισσαβώνας» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που στοχεύει στο να ανάγει την ευρωπαϊκή οικονομία στην πλέον δυναμική και ανταγωνιστική μέχρι το 2010, περιλαμβάνει πολλά σχετικά με το θέμα.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ήπια αυτή αντίδραση αποτελεί εν μέρει ένα είδος ρεαλισμού αλλά παράλληλα αντανακλά το γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν αντλήσει το σχετικά φθηνό εργατικό δυναμικό της ανατολικής Ευρώπης επί μία δεκαετία και σήμερα πολλές χρειάζονται τις δεξιότητες που λείπουν στις χώρες τους. Οπως και οι ομόλογές τους στις ΗΠΑ, έχουν δελεαστεί από την εκρηκτική άνοδο της Κίνας και τους τεχνολογικούς παραδείσους όπως το Μπανγκαλόρ της Ινδίας.

Παράλληλα, όμως, χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία τείνουν παραδοσιακά να προτιμούν τις περιοχές κοντά στην επικράτειά τους. Τις διευκολύνει και η διαδικασία της προς ανατολάς διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά και η γεωγραφική και πολιτισμική τους συγγένεια με τις χώρες αυτές. Πρόσφατη έρευνα μεταξύ γερμανικών και αυστριακών επιχειρήσεων που έχουν εμπλακεί στη διαδικασία της ανάθεσης έργου στην Ανατολική Ευρώπη καταδεικνύει ότι η αναζήτηση δεξιοτήτων είναι το σημαντικότερο κίνητρο αυτής της στροφής προς ανατολάς στον τομέα του λογισμικού. Σύμφωνα με την Ντάλια Μαρίν, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, που εξεπόνησε την εν λόγω έρευνα, ο αριθμός των θέσεων απασχόλησης που μετακινούνται στον κλάδο είναι μικρός, δηλαδή μικρότερος του 1% του εργατικού δυναμικού της Γερμανίας και της Αυστρίας.

Η κ. Μαρίν επισημαίνει, όμως, ότι οι θέσεις αυτές συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε δραστηριότητες που απαιτούν δεξιότητες, όχι στον μεταποιητικό τομέα. Όπως τονίζει η ίδια, «ένας λόγος είναι ότι πολλές επιχειρήσεις απλούστατα δεν κατορθώνουν να βρουν εξειδικευμένο προσωπικό στο εσωτερικό της χώρας τους και έχουν μείνει ικανοποιημένες από τους ιδιαίτερα καταρτισμένους και εξειδικευμένους εργαζόμενους από χώρες όπως η Ρωσία, η Βουλγαρία και η Δημοκρατία της Τσεχίας». Υπογραμμίζει, μάλιστα ότι στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η προσφορά εργασίας υψηλής εξειδίκευσης μειώθηκε στη Γερμανία κατά 2/3. «Διαπιστώσαμε ότι οι θέσεις υψηλής εξειδίκευσης που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη αντιστοιχούν στο 10% της προσφοράς που υπήρχε τη δεκαετία του ’90 από αποφοίτους πανεπιστημίου στη Γερμανία και στο 48% στην Αυστρία». Το σημαντικότερο, σύμφωνα με την κ. Μαρίν, είναι ότι σήμερα περιορίζονται πολύ οι δυνατότητες των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για εξοικονόμηση κόστους μέσω της προς ανατολάς στροφής τους γι’ αυτό και η εξοικονόμηση δεν μπορεί πλέον να είναι το κύριο κίνητρο. Οπως τονίζει, οι μισθοί στην Τσεχία ανέρχονται μεν στο 23% των γερμανικών αλλά και η παραγωγικότητα ανέρχεται επίσης μόλις στο 23% εκείνης των Γερμανών.

Μολονότι δε η Ευρωπαϊκή Ενωση ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της να επενδύσουν περισσότερα για την προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης, η μελέτη της κ. Μαρίν διαπιστώνει ότι οι επιδοτήσεις για έρευνα και ανάπτυξη δεν έχουν αποτέλεσμα σε οικονομίες που αντιμετωπίζουν κρίση δεξιοτήτων. H καλύτερη λύση ήταν ίσως η μεγαλύτερη κινητικότητα των εξειδικευμένων εργαζόμενων μέσα σε μια διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ενωση.