ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H «ντόλτσε βίτα» παρελθόν πλέον για τους Ιταλούς

Δεν υπάρχει πια «ντόλτσε βίτα» για τους περισσότερους Ιταλούς. H εποχή που η πλειονότητα μπορούσε να έχει ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο έχει δώσει τη θέση της στην ακρίβεια και οι Ιταλοί γκρινιάζουν για το κόστος της ζωής.

«Είναι πραγματικά τρομερό, σε πολλούς δεν φτάνει ο μισθός μέχρι το τέλος του μηνός», σχολιάζει σχετικά ο Βιντσέντζο Πρεστιτζιάκομο, που έχει μανάβικο στη Ρώμη. Γύρω του δείχνει να συμφωνεί ένα πλήθος από πελάτες που κοιτάζει αμήχανα τις τιμές των φρούτων και των λαχανικών. Για τους Ιταλούς οι τιμές εκτινάχθηκαν πριν από δύο χρόνια, όταν πήραν το ευρώ στα χέρια τους. Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη μελέτη, η αγοραστική δύναμη των υπαλλήλων γραφείου μειώθηκε σε ποσοστό 20% από το 2001 μέχρι το 2003. «Γινόμαστε όλοι φτωχότεροι», διαμαρτύρεται ο Ροζάριο Τρεφιλέτι, πρόεδρος της Ενωσης Ιταλών Καταναλωτών, ο οποίος τονίζει ότι η νέα πραγματικότητα στην Ιταλία είναι πως οι Ιταλοί δεν αγοράζουν πια προΐόντα ποιότητας και αυτό επηρεάζει αρνητικά τις ιταλικές επιχειρήσεις.

Το ηθικό των Ιταλών έχει, άλλωστε, καμφθεί από μια σειρά επιχειρηματικών σκανδάλων, αρχής γενομένης από την περίπτωση της λεγόμενης ιταλικής «Enron», δηλαδή της εταιρείας τροφίμων Parmalat, και με τελευταία εκείνα που εμπλέκουν τις πιο γνωστές ποδοσφαιρικές ομάδες της χώρας. Σύμφωνα με τον Κρις Γουίλιαμσον, οικονομικό αναλυτή της εταιρείας οικονομικών ερευνών NTC, η Ιταλία διατρέχει τον κίνδυνο να εμπλακεί «σε μια καθοδική δίνη στην οποία θα υποχωρεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη συμπαρασύροντας την επιχειρηματική, που με τη σειρά της θα συμπαρασύρει εκ νέου την καταναλωτική». Τον περασμένο μήνα η ανάπτυξη του μεταποιητικού τομέα έφθασε στα κατώτερα επίπεδα των τελευταίων έξι ετών και οι οικονομικοί αναλυτές αποδίδουν την εξέλιξη στην υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Τον Ιανουάριο, άλλωστε, οι άλλοτε ισχυρές εξαγωγές της Ιταλίας σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης υποχώρησαν κατά 14,7% σε ετήσια βάση. Οι στατιστικές καταδεικνύουν ότι οι Ιταλοί εξακολουθούν να αισθάνονται τις επιπτώσεις του πληθωρισμού που τον Φεβρουάριο έφθασε το 2,4%, σε αντίθεση με την τάση της Ζώνης Ευρώ της οποίας ο μέσος όρος πληθωρισμού υποχωρεί στο 1,6%. Επικρατεί η πεποίθηση ότι το κόστος της ζωής έχει αυξηθεί κατά πολύ περισσότερο από ό,τι λένε τα επίσημα στοιχεία, επειδή οι καταστηματάρχες επωφελήθηκαν από την αλλαγή του νομίσματος για να ανεβάσουν τις τιμές σε είδη καθημερινής ανάγκης όπως τα τρόφιμα και τα ποτά. «Ενα γεύμα μέτριας αξίας στοίχιζε στο παρελθόν 30.000 λιρέτες και τώρα 25 ευρώ. Εχει αυξηθεί πολύ περισσότερο από τον πληθωρισμό», σχολιάζει ο Σαλβατόρε Κασκίνο, διευθυντής αθλητικού κέντρου στο κέντρο της Ρώμης.

Η ιταλική λιρέτα κάποτε προκαλούσε σύγχυση στους τουρίστες εξ αιτίας των πολλών μηδενικών που εμφανίζονταν στις τιμές των προϊόντων. H ισοτιμία της ορίσθηκε στο 1.936,27 έναντι του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999. Οι Ιταλοί διαμαρτύρονται ότι όταν πήραν στα χέρια τους το ευρώ πριν από δύο χρόνια, πολλοί καταστηματάρχες άλλαξαν τις τιμές έτσι ώστε ένα ευρώ να αγοράζει τα ίδια προϊόντα που αγοράζουν 1.000 λιρέτες και όχι οι σχεδόν 2.000 που είναι η επίσημη αξία του. Κι αυτό έχει τεράστιες επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που δημοσίευσε η εφημερίδα Corriere della Sera, μόνον ο ένας στους έξι Ιταλούς προβλέπει οικονομική ανάκαμψη μέσα στους επόμενους μήνες και μόλις κάτι παραπάνω από έναν στους επτά προβλέπει ότι θα βελτιωθεί η προσωπική οικονομική του κατάσταση.

Πολλοί καταναλωτές επιρρίπτουν την ευθύνη στους πολιτικούς που δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν τις αυξήσεις των τιμών. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον. Ερωτώμενος σχετικά με το υψηλό κόστος της ζωής, ο κεντροδεξιός υπουργός Οικονομικών, Τζούλιο Τρεμόντι, επιρρίπτει την ευθύνη στον πρώην κεντροαριστερό πρωθυπουργό, Ρομάνο Πρόντι, που προλείανε τον δρόμο της Ιταλίας προς το ευρώ. Από την πλευρά τους, άλλωστε, τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούν αυξήσεις των μισθών επικαλούμενα την ανάγκη να προσαρμοσθούν οι αποδοχές των Ιταλών στην ακρίβεια. H κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, όμως, τάσσεται υπέρ των φοροαπαλλαγών που υποστηρίζει ότι θα ενισχύσουν την καταναλωτική δυνατότητα των Ιταλών. Δεδομένου, όμως, ότι η Ιταλία υφίσταται πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση για να μειώσει το δημόσιο χρέος της, που ανέρχεται στο 106,2% του ΑΕΠ, και να περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα, η κυβέρνηση θα έχει μάλλον περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Οπως επισημαίνουν, άλλωστε, οικονομικοί αναλυτές, η κυβέρνηση δεν διαθέτει πια ούτε καν το όπλο της υποτίμησης του νομίσματος γι’ αυτό και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς με ποιον τρόπο θα αντιμετωπίσει τα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα της χώρας.