ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προεκλογικός προϋπολογισμός στη Βρετανία

Σχετική λιτότητα, ελάχιστες σημαντικές πρωτοβουλίες στα μέτωπα της φορολογίας και των δαπανών, κυβερνητική «μάχη» για την εξοικονόμηση εσόδων και -παρ’ όλα αυτά- οικονομική ενίσχυση των συνταξιούχων που εξεγείρονται κατά των δημοτικών φόρων διέπουν τον εν γένει αναμενόμενο προϋπολογισμό της Βρετανίας για το οικονομικό έτος 2004-05, τον οποίο κατέθεσε χθες στο Κοινοβούλιο ο υπουργός Οικονομικών, Γκόρντον Μπράουν. Ειδικότερα, ο προϋπολογισμός προβλέπει μείωση κατά το ήμισυ του ρυθμού αύξησης των δημοσίων δαπανών, ο οποίος είχε προσεγγίσει τα επίπεδα του 5% τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο, και εν όψει των γενικών εκλογών του ερχόμενου έτους, εξαγγέλλεται αύξηση του δανεισμού για τις ανάγκες της υγείας, των μεταφορών και της αστυνόμευσης.

Οπως υποστήριξε χθες ο κ. Μπράουν, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά την περίοδο των συζητήσεων για τη φορολογία και τις δαπάνες, βάσει της οποίας θα κριθούν οι ερχόμενες εκλογές, «στόχος αυτού του προϋπολογισμού είναι να εδραιώσει μια οικονομική σταθερότητα που θα έχει τη δυνατότητα να διαρκέσει». O κ. Μπράουν επέμεινε ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει τα χρέη της και πως η ανάπτυξη θα είναι εύρωστη κατά το τρέχον και το επόμενο έτος, με ρυθμούς της τάξης του 3-3,5%, ήτοι τους ταχύτερους από το 2000, και βέβαια αρκετά υψηλότερους από το περυσινό 2,3%. Οπως τόνισε, μάλιστα, η σημερινή πορεία αδιάλειπτης ανάπτυξης της χώρας είναι η μακροβιότερη των τελευταίων 200 ετών. O υπουργός προέβλεψε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ θα αυξηθεί στο 3,2% φέτος, έναντι 2,1% το προηγούμενο έτος, επίπεδο χαμηλότερο από το 3,7% της Γαλλίας και της Γερμανίας, το 6,8% της Ιαπωνίας και του 5,1% των ΗΠΑ. Βάσει των προβλέψεών του, το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στα 31 δισ. στερλίνες κατά το οικονομικό έτος 2004-05. H πρόβλεψη αυτή κρίνεται υπεραισιόδοξη από τους αναλυτές, που υπενθυμίζουν ότι, μόλις τον Δεκέμβριο, ο κ. Μπράουν υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει προς τα πάνω τις εκτιμήσεις του στον περυσινό προϋπολογισμό σε ό,τι αφορά το φετινό έλλειμμα, από 27 δισ. σε 37 δισ. στερλίνες.

Πάντως, τα πιο πρόσφατα οικονομικά στοιχεία δείχνουν να δικαιώνουν την αισιοδοξία του Βρετανού υπουργού. Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα το ινστιτούτο ONS, η ανεργία στη χώρα σημείωσε κατακόρυφη πτώση το τρίμηνο που έληξε τον Ιανουάριο, ενώ σημαντική αύξηση σημείωσαν και τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, ο αριθμός των ανέργων βάσει του συστήματος υπολογισμού της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εργασίας μειώθηκε κατά 33.000 κατά το τρίμηνο αυτό, διαμορφούμενος στα 1,436 εκατομμύρια, ήτοι ελάχιστα υψηλότερος από το ιστορικό ναδίρ του τριμήνου Μαρτίου – Μαΐου 2001. O δείκτης ανεργίας μειώθηκε στο 4,8%, ήτοι στα χαμηλότερα επίπεδά του από το 1984, όταν άρχισαν για πρώτη φορά να διατηρούνται σχετικά αρχεία. Οπως επισημαίνουν οι αναλυτές, «η αγορά εργασίας συνεχίζει να επωφελείται από την ισχύ της οικονομίας και το μόνο απογοητευτικό στοιχείο παραμένει η μείωση της απασχόλησης στον μεταποιητικό κλάδο».

Ο νέος αυτός δείκτης ανεργίας είναι από τους χαμηλότερους στον βιομηχανικό κόσμο και δη σε περιβάλλον επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Αντίστοιχα, θετικό είναι και το άλλο μέτρο υπολογισμού της ανεργίας, οι αιτήσεις για την παροχή του σχετικού επιδόματος, οι οποίες σημείωσαν την ένατη συναπτή μηνιαία πτώση τους, κατά 6.600, σε μόλις 885.200, ήτοι στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1975. Βάσει αυτού του μέτρου, ο δείκτης ανεργίας παρέμεινε σταθερός στο 2,9%. Οσο για τον αριθμό των ατόμων που έχουν απασχόληση, αυξήθηκε κατά 121.000 άτομα κατά το ίδιο τρίμηνο, στο ρεκόρ των 28,27 εκατομμυρίων. Οσο για τα επιχειρηματικά κέρδη, ο μέσος όρος αύξησής τους σημείωσε αιφνίδια άνοδο στο 4,4%, την ίδια περίοδο, έναντι 3,5% το τρίμηνο που έληξε τον Δεκέμβριο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση που έχουν σημειώσει από τον Σεπτέμβριο του 2001, η οποία κρίνεται ότι οφείλεται κυρίως στον κλάδο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπου τα μπόνους είναι σε γενικές γραμμές υψηλότερα απ’ ό,τι πριν από ένα χρόνο.