ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύσκολος και μακρύς ο δρόμος της σύγκλισης

Οπως φαίνεται από την εξέλιξη των σημαντικότερων μακροοικονομικών δεικτών, σταθεροποιητικές πολιτικές εφαρμόστηκαν στις περισσότερες ΧΚΑΕ (Χώρες της Κεντροανατολικής Ευρώπης) από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Οι περισσότερες ΧΚΑΕ πέτυχαν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 1996. Υπάρχουν βέβαια και μερικές εξαιρέσεις. Οι κρίσεις που έπληξαν τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία το 1996 εξακολούθησαν να έχουν αρνητική επίπτωση και το 1997. Εν τούτοις, από το 1998 η Βουλγαρία επέστρεψε σε κανονικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παράλληλα, ο πληθωρισμός, που εκτινάχθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης, μειώθηκε μετά τη σύσταση της επιτροπής συναλλάγματος. Η κρίση της Ρωσίας επηρέασε επίσης αρνητικά τους ρυθμούς ανάπτυξης της Λεττονίας, Εσθονίας και Λιθουανίας το 1999. Από το 2000, εκτός από τη Μάλτα, ο ρυθμός ανάπτυξης σε όλες τις νέες χώρες της Ε.Ε. έγινε θετικός. Ωστόσο, θα πρέπει οι διαφορές στους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των νέων μελών και της Ε.Ε.-15 να είναι μεγαλύτερες για τριάντα περίπου χρόνια στις περισσότερες ΧΚΑΕ, προκειμένου να φτάσουν τα εισοδήματα των χωρών της Ε.Ε. με την χαμηλότερη ανάπτυξη.

Οι εξελίξεις στις ΧΚΑΕ αναφορικά με άλλους μακροοικονομικούς δείκτες ήταν μάλλον ανάμικτες, ακόμα και στις χώρες που πραγματοποίησαν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πολλές από τις ΧΚΑΕ ξεκίνησαν με περιοριστική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Καθώς, όμως, οι οικονομίες τους βάδιζαν προς ύφεση και ασκούνταν πολιτικές πιέσεις, η δημοσιονομική και νομισματική πειθαρχία δεν μπόρεσαν σε πολλές περιπτώσεις να διατηρηθούν. Ο πληθωρισμός στις περισσότερες ΧΚΑΕ μειώθηκε απότομα από την κορυφή που βρισκόταν το 1991 έως το 1993, τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης των τιμών. Εάν, όμως, συγκριθεί με το μέσο επίπεδο της Ε.Ε. (2.6% για το 2001), το επίπεδο πληθωρισμού στις χώρες αυτές παραμένει πολύ υψηλό. Στις περισσότερες ΧΚΑΕ, η νομισματική πολιτική είναι κατά τα φαινόμενα μία από τις πιο επιτυχείς στην πορεία της μεταρρύθμισης. Η άσκηση, ωστόσο, της δημοσιονομικής πολιτικής δεν ήταν τόσο επιτυχής όσο της νομισματικής. Η μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή και η διαφθορά είναι κοινά χαρακτηριστικά πολλών ΧΚΑΕ. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιονομικές αρχές είναι ότι τυχόν επιβολή αυστηρότερων μέτρων για την είσπραξη φόρων και δασμών και η επιβολή ποινών για τη φοροδιαφυγή θα οδηγούσε πολλές από τις χρόνια οικονομικώς αδύναμες επιχειρήσεις των χωρών αυτών στα όρια της πτώχευσης.

Από την άλλη πλευρά, τα χαμηλά φορολογικά έσοδα θα καθιστούσαν τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης πιο δύσκολη και θα συνέβαλλαν σε όξυνση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρατηρούνται στις περισσότερες ΧΚΑΕ. Αυτό με τη σειρά του μεταφράζεται σε ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών και συνεπώς σε αυξανόμενο χρέος προς το εξωτερικό, με αποτέλεσμα πολλές χώρες από αυτές να είναι αναγκασμένες να πληρώνουν μεγάλα ποσά τόκων για το δημόσιο χρέος. Με εξαίρεση τη Βουλγαρία και τη Μάλτα, οι ΧΚΑΕ μείωσαν σημαντικά το δημόσιο χρέος που είναι μικρότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Αυτό οφείλεται στις έντονες προσπάθειες που κατέβαλαν οι ΧΚΑΕ να μειώσουν τις δημόσιες δαπάνες.

Το εμπόριο μεταξύ των ΧΚΑΕ και της Ε.Ε.-15 αυξήθηκε σημαντικά μετά τις Συμφωνίες Σύνδεσης. Η Ε.Ε.-15 κατήργησε τους δασμούς για τα βιομηχανικά προϊόντα και μείωσε προοδευτικά τους ποσοτικούς περιορισμούς, αν και παρέμειναν ορισμένες ποσοστώσεις στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Το 2000, η Ε.Ε.-15 προσπάθησε να βελτιώσει την κατάσταση προσφέροντας εξαγωγικές επιδοτήσεις στις ΧΚΑΕ για τα αγροτικά προϊόντα τα οποία δεν προστατεύονταν σημαντικά από την ΚΑΠ (χοιρινό κρέας, πουλερικά και οπωροκηπευτικά). Μεταξύ 1993 και 2001, η συνολική αξία του εμπορίου σχεδόν τριπλασιάστηκε. Το εμπόριο με τις ΧΚΑΕ αποτελεί το 14% του συνολικού εμπορίου της Ε.Ε.-15 με συνέπεια οι χώρες αυτές να αποτελούν τον δεύτερο εμπορικό εταίρο της μετά τις ΗΠΑ. Αν και το εμπορικό πλεόνασμα της Ε.Ε. με τις ΧΚΑΕ μειώθηκε σημαντικά το 2001, εξακολουθεί ακόμη να ανέρχεται σε 11,4 δισ. ευρώ.

Ξένες επενδύσεις

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στις ΧΚΑΕ αυξήθηκαν καθώς το εμπόριο ακολουθούσε ανοδική πορεία. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην προσέλκυση επιχειρήσεων της Ε.Ε. για επέκταση των δραστηριοτήτων τους στις ΧΚΑΕ λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης, του διαθέσιμου φθηνού εργατικού δυναμικού και των ευνοϊκών συνθηκών πρόσβασης στις αγορές της Ε.Ε. μετά τις Συμφωνίες Σύνδεσης. Οι καθαρές εισροές ήσαν πάνω από το 3% του ΑΕΠ για τις περισσότερες από τις ΧΚΑΕ). Η Τσεχία, η Εσθονία και η Ουγγαρία είναι οι χώρες με πολύ μεγαλύτερες τις εισροές ξένων επενδύσεων. Ομοίως, η Κύπρος και η Μάλτα συνεχίζουν να έχουν υψηλά ανά κεφαλήν επίπεδα άμεσων ξένων επενδύσεων.

Η μεταρρύθμιση του χρηματοοικονομικού τομέα στις ΧΚΑΕ απαιτεί πλήρη αλλαγή στην οικονομική σκέψη και ριζική αναθεώρηση των θεσμών. Με την ιδεολογία του προηγούμενου καθεστώτος, ο ρόλος του χρήματος και του τραπεζικού συστήματος ήταν μικρής σημασίας, με συνέπεια η διάρθρωση και η ικανότητα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στις ΧΚΑΕ ήταν πολύ διαφορετικές από τις αντίστοιχες της ελεύθερης αγοράς.

Μεταρρυθμίσεις

Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα: η Ουγγαρία, η Πολωνία και η πρώην Γιουγκοσλαβία άρχισαν τη μεταρρύθμιση των τραπεζικών τους συστημάτων μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ενώ η Βουλγαρία, η Τσεχοσλοβακία και οι Βαλτικές χώρες είχαν μάλλον υποανάπτυκτη χρηματοοικονομική υποδομή, με μία κεντρική τράπεζα που είχε ως αντικείμενο τη μεταφορά κεφαλαίων σε επιχειρήσεις, μία ξένη εμπορική τράπεζα, αποταμιευτικά ιδρύματα και μερικές άλλες εξειδικευμένες τράπεζες. Μετά το 1990, δημιουργήθηκαν αρκετές νέες εμπορικές τράπεζες που ανήκαν στον δημόσιο τομέα και είχαν ως αντικείμενο τη χορήγηση δανείων από το χαρτοφυλάκιο της κεντρικής τράπεζας προς τους ενδιαφερόμενους. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις έπρεπε να ιδρύσουν τις αναγκαίες κεφαλαιαγορές και τα σχετικά ιδρύματα και φορείς (χρηματιστήρια, τράπεζες επενδύσεων, εποπτικές αρχές, κ.τ.λ.). Εν τούτοις, μετά από χρόνια αργής και διστακτικής δράσης παρατηρήθηκε σημαντική πρόοδος στην εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων. Για παράδειγμα, επιτράπηκε τελικά στις ξένες τράπεζες να αναλάβουν τις προβληματικές τράπεζες των ΧΚΑΕ ως κύριοι μέτοχοι. Ετσι, ο χρηματοοικονομικός τομέας φαίνεται να είναι πιο προηγμένος σε χώρες όπως είναι η Ουγγαρία και η Εσθονία (και σε μικρότερο βαθμό η Πολωνία), οι οποίες έδειξαν μεγάλη ανθεκτικότητα στη ξένη συμμετοχή στον τραπεζικό τομέα. Το κρίσιμο, όμως, στοιχείο δεν είναι η πώληση της σχετικής πλειοψηφίας των μετοχών σε μία ξένη τράπεζα αλλά η μεταβίβαση του πραγματικού ελέγχου της διαχείρισης και της ευθύνης σε επιμελείς συνεργάτες με σκοπό τη λειτουργία της τράπεζας ως ενός χρηματοοικονομικού μεσολαβητή, και όχι την απογύμνωσή της από τα περιουσιακά της στοιχεία.

Χρηματοοικοκονομικές αγορές

Πέρα από τις ανεπαρκείς διοικητικές δομές, οι χρηματοοικονομικοί τομείς στις ΧΚΑΕ εμφανίζουν και άλλες αδυναμίες. Οι χρηματοοικονομικές αγορές στις περισσότερες ΧΚΑΕ είναι μικρές σε σχετικούς και απόλυτους όρους, για διαφόρους λόγους: μικρός σχετικά βαθμός χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, χαμηλό επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, διαδοχικός και υπέρμετρος δανεισμός και, τέλος, δυσπιστία απέναντι στο χρηματοοικονομικό σύστημα μετά την εμπειρία των επαναλαμβανόμενων τραπεζικών αποτυχιών. Παράλληλα με το μικρό μέγεθος των χρηματοοικονομικών αγορών των ΧΚΑΕ, η ασθενής ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων και η σοβαρή έλλειψη κεφαλαίων συνεχίζουν να αποτελούν τεράστιο πρόβλημα, με προβληματικά στοιχεία του ενεργητικού που κυμαίνονται στο 15% – 30% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων και με εκτιμημένες απρόβλεπτες υποχρεώσεις που κυμαίνονται στο 4% -10% του ΑΕΠ, ακόμη και στην πιο αποδοτική ομάδα χωρών που αποτελείται από την Εσθονία, την Ουγγαρία και την Πολωνία.