ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το αμερικανικό πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Ιράκ βάζει τα θεμέλια για φτώχεια και χάος

Με μιαν εξαίρεση -την πραγματική στρατιωτική «νίκη», που μοιάζει ολοένα και πιο πύρρεια- η ιρακινή περιπέτεια του προέδρου Μπους σφραγίσθηκε από επανειλημμένες αποτυχίες. Οι ενδείξεις όπλων μαζικής καταστροφής που βρέθηκαν ήσαν πενιχρές και σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Κέι, τον επικεφαλής επιθεωρητή εξοπλισμών των ΗΠΑ, τα αποθέματα είτε δεν υπήρξαν ποτέ είτε καταστράφηκαν εδώ και χρόνια. Οπότε ο Μπους απλώς αγνόησε τα στοιχεία που είχαν συγκεντρώσει οι επιθεωρητές των Ηνωμένων Εθνών υπό τον Χανς Μπλιξ, και τα αποδεικτικά στοιχεία πάνω στα οποία βάσισε την επιχειρηματολογία του για τον πόλεμο, φαίνεται ότι κατά μεγάλο μέρος ήσαν κατασκευασμένα.

Ακόμα χειρότερα, είναι τώρα προφανές ότι ο Μπους δεν διέθετε ποτέ ένα σχέδιο για μετά το τέλος του πολέμου. Αντί να οδεύει προς την ειρήνη και τη δημοκρατία, η κατάσταση στο Ιράκ παραμένει τόσο επικίνδυνη ώστε ο Πολ Μπρέμερ, ο Αμερικανός αρχηγός της κατοχής, να χρησιμοποιεί την αστάθεια ως αιτιολογία για να αποφευχθούν δημοκρατικές εκλογές φέτος.

Η Αμερική προσπάθησε βέβαια να επιβάλει την τάξη σε μερικά μέρη, αποκαλύπτοντας πολλά για το τι πραγματικά την ενδιέφερε στο Ιράκ. Οταν έπεσε η Βαγδάτη, το υπουργείο πετρελαίου προστατεύθηκε αμέσως, ενώ μουσεία και νοσοκομεία αφέθηκαν να λεηλατηθούν.

Πελατειακός καπιταλισμός

Αν δεν υπήρξε ευθεία διαφθορά στις συμβάσεις 57 δισεκατομμυρίων δολαρίων που εκχωρήθηκαν στη Hallibuurton, προηγούμενος πρόεδρος της οποίας ήταν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένι, αναμφίβολα υπήρξε ισχυρή δόση πελατειακού καπιταλισμού. Η Ηallibuurtoκαι οι θυγατρικές της εμπλέκονται έκτοτε σε κατηγορίες πολεμικής αισχροκέρδειας και έχουν αναγκασθεί να επιστρέψουν εκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική κυβέρνηση.

Ολοι τώρα συμφωνούν ότι ο σημαντικότερος στόχος -πέρα από τη δημιουργία ενός δημοκρατικού κράτους και την αποκατάσταση της ασφάλειας- είναι η ανοικοδόμηση της οικονομίας. Τυφλωμένη από την ιδεολογία της εντούτοις, η κυβέρνηση Μπους φαίνεται αποφασισμένη να συνεχίσει την επίδοσή της σε θλιβερά λάθη αγνοώντας την προηγούμενη εμπειρία. Οταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η πρώην Σοβιετική Ενωση ξεκίνησαν τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, με ζωηρές αντιπαραθέσεις για το πώς θα έπρεπε αυτό να επιτευχθεί. Μια επιλογή ήταν η θεραπεία-σοκ -γρήγορη ιδιωτικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στο κράτος και απότομη απελευθέρωση του εμπορίου, των τιμών και των ροών κεφαλαίου- ενώ η άλλη ήταν η βαθμιαία απελευθέρωση της αγοράς, ώστε να μπορέσει ταυτόχρονα να εδραιωθεί η κυριαρχία του δικαίου.

Σήμερα γίνεται ευρέως δεκτό ότι η θεραπεία-σοκ, στο επίπεδο τουλάχιστον των μικροοικονομικών μεταρρυθμίσεων, έχει αποτύχει και ότι χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβενία) που επέλεξαν τη σταδιακή προσέγγιση στην ιδιωτικοποίηση και στην οικοδόμηση θεσμικής υποδομής, διαχειρίσθηκαν τη μετάβασή τους πολύ καλύτερα από εκείνες που προσπάθησαν να κάνουν το άλμα σε μιαν οικονομία του laissez-faire. Οι χώρες που δοκίμασαν τη θεραπεία-σοκ είδαν τα εισοδήματά τους να βουλιάζουν και τη φτώχεια να ανεβαίνει κατακόρυφα. Οι κοινωνικοί δείκτες, όπως το προσδόκιμο ζωής, αντανακλούσαν τους θλιβερούς αριθμούς του ΑΕΠ. Πάνω από μια δεκαετία αφότου ξεκίνησε η μετάβαση πολλές μετα-κομμουνιστικές χώρες δεν έχουν καν επανέλθει στα επίπεδα του εισοδήματος πριν από τη μετάβαση. Ακόμα χειρότερα, η προοπτική για την καθιέρωση μιας σταθερής δημοκρατίας και της κυριαρχίας του δικαίου διαγράφεται σκοτεινή.

Σε μεγαλύτερη δόση

Οι επιδόσεις αυτές δείχνουν ότι θα έπρεπε κανείς να το σκεφθεί δυο φορές πριν ξαναδοκιμάσει τη θεραπεία-σοκ. Αλλά η κυβέρνηση Μπους, με τη στήριξη μερικών επιλεγμένων Ιρακινών, σπρώχνει το Ιράκ προς μιαν ακόμα πιο ριζοσπαστική μορφή θεραπείας-σοκ από εκείνην που ακολουθήθηκε στον πρώην σοβιετικό κόσμο. Οι υποστηρικτές της θεραπείας-σοκ ισχυρίζονται μάλιστα ότι οι αποτυχίες της δεν οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα -υπερβολικό σοκ και όχι αρκετή θεραπεία- αλλά στο ανεπαρκές σοκ. Ας ετοιμασθούν λοιπόν οι Ιρακινοί για μιαν ακόμα πιο βάναυση δόση.

Υπάρχουν οπωσδήποτε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στις πρώην κομμουνιστικές χώρες και το Ιράκ. Και στις δύο περιπτώσεις οι οικονομίες είχαν υποστεί διάχυτη εξασθένηση πριν καταρρεύσουν. Αλλά ο Πόλεμος του Κόλπου και οι κυρώσεις εξασθένισαν την οικονομία του Ιράκ πολύ περισσότερο παρ’ όσο ο κομμουνισμός είχε εξασθενίσει τη σοβιετική. Επιπλέον, ενώ τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράκ έχουν μεγάλη εξάρτηση από τους φυσικούς πόρους, η Ρωσία τουλάχιστον διέθετε αποδεδειγμένες ικανότητες σε κάποιους άλλους τομείς. Είχε ένα υψηλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό με προωθημένες τεχνολογικές δυνατότητες. Το Ιράκ είναι μια αναπτυσσόμενη χώρα.

Βέβαια, οι Ρώσοι πέρασαν δεκαετίες χωρίς ευκαιρίες να ασκήσουν επιχειρηματικότητα, ενώ η εξουσία του Μπάαθ δεν καταπίεσε ανάλογα την εμπορική τάξη και το επιχειρηματικό πνεύμα στο Ιράκ. Η γεωγραφική θέση του Ιράκ, όμως, αποτελεί διακριτό μειονέκτημα σε σύγκριση με τη Ρωσία και πολλά μετακομμουνιστικά κράτη: καμία από τις γειτονικές του χώρες δεν τα πηγαίνει ιδιαίτερα καλά οικονομικά, ενώ πολλές από τις μετακομμουνιστικές χώρες βρίσκονταν δίπλα στην Ευρωπαϊκή Ενωση κατά την οικονομική άνοδο της δεκαετίας του 1990. Και το σημαντικότερο, η διαρκής αστάθεια στη Μέση Ανατολή απομακρύνει τις ξένες επενδύσεις (σε άλλους τομείς εκτός του πετρελαίου).

Προβληματική ιδιωτικοποίηση

Οι παράγοντες αυτοί, μαζί με τη συνεχιζόμενη κατοχή, καθιστούν την ιδιωτικοποίηση ιδιαίτερα προβληματική. Τα χαμηλά τιμήματα που είναι πιθανό να φέρουν τα ιδιωτικοποιούμενα κρατικά περιουσιακά στοιχεία θα δημιουργήσουν την αίσθηση ενός παράνομου ξεπουλήματος που επιβάλλεται στη χώρα από τις δυνάμεις κατοχής και τους συνεργάτες τους. Χωρίς νομιμοποίηση, οποιοσδήποτε αγοραστής θα ανησυχούσε για την ασφάλεια των περιουσιακών του δικαιωμάτων, πράγμα που θα συνέβαλλε σε ακόμα χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, όσοι αγοράσουν τα ιδιωτικοποιούμενα περιουσιακά στοιχεία ίσως διστάσουν να επενδύσουν σ’ αυτά. Αντ’ αυτού μπορεί, όπως συνέβη αλλού, να στρέψουν τις προσπάθειές τους περισσότερο στη λεηλασία τους παρά στη δημιουργία πλούτου.

Αν οι προοπτικές του Ιράκ είναι τόσο δυσμενείς όσο δείχνει η ανάλυσή μου, οποιαδήποτε διεθνής συμβολή στην αμερικανική προσπάθεια ανοικοδόμησης μπορεί να μην είναι πολύ περισσότερο από χρήματα που αδειάζονται στον υπόνομο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος πρέπει να εγκαταλείψει το Ιράκ. Αλλά η διεθνής κοινότητα θα έπρεπε μάλλον να κατευθύνει τα χρήματά της σε ανθρωπιστικούς σκοπούς, όπως νοσοκομεία και σχολεία, παρά να στηρίζει αμερικανικά σχέδια.

Η Παγκόσμια Τράπεζα και τα άλλα ιδρύματα που εξετάζουν τη βοήθεια μέσω δανείων αντιμετωπίζουν ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες. Σωρεύοντας κι άλλο χρέος στις ήδη πελώριες υποχρεώσεις του Ιράκ θα χειροτερεύσουν μόνο τα πράγματα. Αν η οικονομία του Ιράκ κλονισθεί ως αποτέλεσμα ενός εσφαλμένου προγράμματος ανοικοδόμησης που θα βασίζεται στη θεραπεία-σοκ, η χώρα θα χρεωθεί ακόμα περισσότερο χωρίς θετικά αποτελέσματα.

Το όνειρο των Αμερικανών εισβολέων του Ιράκ ήταν να δημιουργήσουν μια σταθερή, ευημερούσα και δημοκρατική Μέση Ανατολή. Αλλά το αμερικανικό πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση του Ιράκ βάζει τα θεμέλια για τη φτώχεια και το χάος.

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Project Syndicate, Φεβρουάριος 2004.