ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε δοκιμασία το δόγμα της «αντιτρομοκρατικής εκστρατείας»

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Μαρτίου στη Μαδρίτη, που άφησε πίσω της διακόσιους νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες ανύποπτους πολίτες, άλλαξε τα πολιτικά δεδομένα στην Ισπανία, κατ’ επέκταση στην Ευρώπη, μέχρι και στις ίδιες τις ΗΠΑ. Στις κάλπες, τρεις ημέρες αργότερα, οι Ισπανοί, διαψεύδοντας όλα τα προγνωστικά των δημοσκοπήσεων, αποδοκίμασαν στην πλειοψηφία τους την κυβέρνηση Αθνάρ η οποία, προσβλέποντας σε εκλογικά οφέλη, επιχείρησε να τους παραπλανήσει ότι η βασκική ΕΤΑ είχε προκαλέσει τη φρικαλέα σφαγή. Αναβίωσαν την περυσινή μαζική τους αντίθεση στον πόλεμο του Ιράκ, που είχε αγνοήσει ο πρωθυπουργός τους Αθνάρ, συμπαρατασσόμενος με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπους και τον Βρετανό πρωθυπουργό Μπλερ και συμβάλλοντας στον διχασμό της Ευρώπης. Και εξέλεξαν νέο πρωθυπουργό τον σοσιαλιστή ηγέτη Χοσέ Λουίς Ροντρίγκες Θαπατέρο, ο οποίος είχε υποσχεθεί μια στροφή 180 μοιρών στην εξωτερική πολιτική της χώρας του υπέρ της ένωσης της Ευρώπης. Δημιούργησαν έτσι νέες προϋποθέσεις για να προχωρήσει η πολιτική ένωση της Ευρώπης, για να υιοθετηθεί το Σύνταγμα που είχε μπλοκάρει τον Δεκέμβριο η ισπανική κυβέρνηση μαζί με την πολωνική. Για να αποκτήσει η Ευρώπη προοπτικά τον ισχυρό αυτόνομο ρόλο που απαιτείται για να αντιμετωπισθούν τα κρίσιμα παγκόσμια προβλήματα, με πρώτο τη μεγάλη απειλή της τρομοκρατίας. Οι δηλώσεις του Θαπατέρο την πρώτη μετεκλογική εβδομάδα ήσαν ενθαρρυντικές για την πρόοδο σ’ αυτήν την κατεύθυνση, που παραμένει βεβαίως μια σύνθετη διαδικασία, εξαρτώμενη από πολλούς παράγοντες στις 25 πλέον χώρες-μέλη της Ε.Ε.

Αλλά από υποστηρικτές της πολιτικής Μπους στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, ακόμα και στην Ιταλία, η κυβερνητική αλλαγή στην Ισπανία προβλήθηκε ως μια επικίνδυνη επιτυχία της τρομοκρατίας. Ακραία χαρακτηριστική περίπτωση η άτοπη ιστορικά σύγκριση, στη Wall Street Journal, των Ισπανών που ψήφισαν τον Θαπατέρο αντί τον Αθνάρ, με τους Βρετανούς του Μεσοπολέμου που μπροστά στη ναζιστική απειλή είχαν ψηφίσει τον Τσάμπερλεϊν αντί τον Τσόρτσιλ. Σχόλια αυτού του είδους θέλουν να αγνοούν ότι οι πολίτες της Ισπανίας έχουν αντιταχθεί αποφασιστικά στην τρομοκρατία, με τις πιο μαζικές κινητοποιήσεις από οπουδήποτε στον κόσμο, αντιδρώντας ενεργά στις φονικές επιθέσεις από την εγχώρια εκδοχή της, την ΕΤΑ. Η αντίθεση στον πόλεμο του Ιράκ διόλου δεν σημαίνει ανοχή της τρομοκρατίας. Τουναντίον, όπως υπογραμμίζει ο Πολ Κρούγκμαν, δείχνοντας πειστικά ότι η στροφή του Μπους από την καταδίωξη της Αλ Κάιντα στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν αποτέλεσε μεγάλο δώρο προς την ισλαμιστική τρομοκρατική οργάνωση, δίνοντάς της τον χρόνο να ανασυγκροτηθεί για να επιχειρήσει νέες φρικαλεότητες, σαν αυτήν της Μαδρίτης. Και αυτή η κριτική κερδίζει έδαφος στις ΗΠΑ.

Στην Ευρώπη, που ξεπερνά την περυσινή της διάσπαση, μένει ωστόσο ανοικτό το ερώτημα με ποιες πολιτικές θα αντιμετωπισθεί η τρομοκρατία, χωρίς να πληγούν τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερίες των πολιτών. Μια πρώτη προσέγγιση στη θεμελιώδη αυτή συζήτηση επιχειρεί ο διευθυντής της Le Monde Ζαν-Μαρί Κολομπανί, επικαλούμενος για λογαριασμό όλης της Ευρώπης την ισπανική θέση, ότι «ενάντια στους εχθρούς της δημοκρατίας, η μόνη απάντηση είναι περισσότερη δημοκρατία».

Στο μεταξύ, συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον πόλεμο στο Ιράκ. Το βάναυσο καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν ανατράπηκε, οι δυνάμεις κατοχής όμως έχουν πλήρως αποτύχει να αποκαταστήσουν συνθήκες ασφάλειας και ομαλότητας στη χώρα. Για το μεγάλο πρόβλημα της ανοικοδόμησης της οικονομίας του Ιράκ έγραφε (πριν από τα τελευταία γεγονότα) ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, επικρίνοντας την αμερικανική πολιτική ότι θέτει τις βάσεις για τη φτώχεια και το χάος.