ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε έξαρση και πάλι οι δημόσιες εγγραφές

Θα περίμενε κανείς ότι η ανανέωση του κλάδου δημοσίων εγγραφών -δηλαδή η διάθεση των μετοχών μιας εταιρείας για πρώτη φορά στη χρηματιστηριακή αγορά- δεν θα συντελούνταν προτού αφομοιωθούν τα παθήματα του 1999-2000. Πέρυσι, μόνο 45 δισ. δολάρια εξασφαλίστηκαν στην αγορά δημοσίων εγγραφών, παγκοσμίως, αντανακλώντας το χαμηλότερο ποσό που έχει σημειωθεί μέσα σε μια δεκαετία. Πόσο αδύναμες είναι οι αναμνήσεις. Ηδη γίνεται αισθητό ένα νέο κύμα ενθουσιασμού για τη «νέα γενιά μετοχών».

Στις ΗΠΑ, 29 εταιρείες έχουν μέσα στους πρώτους μήνες του 2004 αποκομίσει 6 δισ. δολάρια, συγκριτικά με τρεις δημόσιες εγγραφές που παρήγαγαν λιγότερα από 300 εκατομμύρια δολάρια την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Στην Ιαπωνία, ήδη 40 εταιρείες έχουν πραγματοποιήσει φέτος τη δημόσια εγγραφή τους, αντικατοπτρίζοντας το υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με κάθε άλλη πλούσια χώρα, σύμφωνα με την Dealogic, η οποία ειδικεύεται στην παρακολούθηση και στην αξιολόγηση αυτών των στοιχείων. Στην Ευρώπη, ακόμα και μια άνευ ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος εταιρεία τηλεπικοινωνιών μπορεί να ελπίζει σε μια επιτυχημένη δημόσια εγγραφή, όπως σχεδιάζει, για παράδειγμα, η Belgacom, βελγικών κρατικών συμφερόντων.

Η έξαρση αυτή επεκτείνεται στις αναδυόμενες οικονομίες, ιδιαίτερα στην Ασία. Στην Κίνα, μια χώρα που παρουσίασε το 2003 λίγο λιγότερες δημόσιες εγγραφές από τις ΗΠΑ, η Semiconductor Manufactoring International Corporatioπραγματοποίησε την περασμένη εβδομάδα την εισαγωγή της στη χρηματιστηριακή αγορά, διασφαλίζοντας κεφάλαια ύψους 1,8 δισ. δολαρίων. Οι επενδυτές στην Κίνα δεν φαίνεται να ανησυχούν και τόσο για θέματα όπως είναι τα πνευματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας ή για το αν θα μπορούν να έχουν τις κατάλληλες αποδόσεις από τις τοποθετήσεις τους. H Ινδία μπαίνει επίσης στο παιχνίδι. H κρατική Oil and Natural Gas Corporatioθα εισαχθεί στο χρηματιστήριο προκειμένου να συμβάλει στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Τα προαναφερόμενα σαφώς ανοίγουν την όρεξη των ριψοκίνδυνων επενδυτών της Δύσης. H ζήτηση για μετοχές, στηριζόμενη και από τη ραγδαία αύξηση των νέων τοποθετήσεων στα αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια, αυξάνεται, εν μέρει, γιατί οι επενδυτές δεν βρίσκουν πλέον άλλες ελκυστικές επιλογές. H νέα ζήτηση για μετοχές ταυτίζεται άμεσα με την προσφορά. Παράλληλα, αρκετές κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να πουλήσουν μερίδια κρατικών επιχειρήσεων για να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους. Προς το παρόν, εκτιμάται ότι, φέτος, είναι δρομολογημένες δημόσιες εγγραφές συνολικού ύψους 75 δισ. δολαρίων, κάτι που αντικατοπτρίζει το υψηλότερο επίπεδο που έχει σημειωθεί από το 2001.

Οπως επισημαίνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Φλόριντα, Τζέι Ρίτερ, ο ενθουσιασμός που επικρατεί για τις δημόσιες εγγραφές ήταν ανέκαθεν συντονισμένος με τις ανοδικές αγορές, έτσι όπως αξιολογούνται από την αναλογία της κεφαλαιοποίησης ως προς τη λογιστική αξία των εταιρειών και από τον λόγο τιμής της μετοχής ως προς τα κέρδη ανά μετοχή. Πέραν τούτου, υποστηρίζει ο κ. Ρίτερ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις μετοχών που αγοράστηκαν στο πλαίσιο δημοσίων εγγραφών είναι συστηματικά χαμηλότερες από εκείνες άλλων μετοχών. Πρόσφατα, οι αγορές έχουν υποχωρήσει από τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα. Μήπως το έξυπνο χρήμα έχει ήδη αρχίσει να εξαντλείται;