ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεγάλες αλλαγές για την αγορά

H αγορά ζητάει ένα στρατηγικό σχέδιο για την ελληνική οικονομία. Αυτή είναι η διαπίστωση των οικονομικών παρατηρητών, στον απόηχο των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης την εβδομάδα που πέρασε. Το ζητούμενο είναι συγκεκριμένα για τον κόσμο των επιχειρήσεων και της οικονομίας να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Αλλά περί αυτού, όπως υποστηρίζουν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους, δεν αισθάνονται και τόσο ασφαλείς. Χρειάζονται μεγάλες πολιτικές αποφάσεις, που θα ενισχύουν σημαντικά την παραγωγικότητα και την παραγωγή στους τομείς των προϊόντων και υπηρεσιών.

Αυτή τη στιγμή επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα προέρχεται από την υψηλή καταναλωτική ζήτηση, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτείται από τα χαμηλά τραπεζικά επιτόκια (εξ ού και η πιστωτική επέκταση προς ιδιώτες με ρυθμούς 20% και 25%) και από την έξαρση του κατασκευαστικού κλάδου χάριν των μεγάλων έργων και του πακτωλού των χρημάτων του Γ΄ ΚΠΣ από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι παράγοντες αυτοί όμως πρώτον, έχουν έχουν ημερομηνία λήξης και δεύτερον, δεν διαχέουν τα οφέλη σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας και συνεπώς σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Από την υψηλή καταναλωτική ζήτηση, ενδεικτικό είναι ότι αυξάνονται οι εισαγωγές με πολύ ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων και ότι, από τις κατασκευές και τα μεγάλα έργα, ο πλούτος συσσωρεύεται σε λίγα χέρια (σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η ψαλίδα των κοινωνικών ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αυξήθηκε δραματικά). Οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής λοιπόν που εφαρμόσθηκε τα τελευταία χρόνια πρέπει να αλλάξουν.

Σε έρευνα που δημοσίευσαν προχθές οι Financial Times, χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα από πλευράς ανταγωνιστικότητας βρίσκεται κυριολεκτικά στις τελυταίες θέσεις έναντι όλων των άλλων περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και η διαπίστωση που γίνεται συμπερασματικά είναι ότι οι περιοχές αυτές που βρίσκονται σήμερα στη ζώνη της χαμηλής ανταγωνιστικότητας θα ξεπεραστούν -και θα επιδεινωθεί συνεπώς η οικονομική τους κατάσταση- από τις νεοεισερχόμενες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα νέα δηλαδή κράτη-μέλη που θα διαβούν την πύλη της E.E. την 1η Μαΐου. Τι άλλο χριεάζεται να δει κανείς για να αντιληφθεί προς τα πού κινούνται τα πράγματα; Στην ίδια έρευνα αναφέρονται ειδικότερα τα μεγάλα κενά σε τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό που παρασουσιάζουν οι χώρες χαμηλής ανταγωνιστικότητας.

Η πρώτη κρίσιμη παράμετρος, λοιπόν, είναι πράγματι οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιούνται σήμερα από τις επιχειρήσεις και το κράτος (κυρίως) σε τεχνολογία, έρευνα και παιδεία. H Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των 15 χωρών της E.E., με μεγάλη μάλιστα διαφορά από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Οι δαπάνες της χώρας μας για εκπαίδευση και έρευνα, ενδεικτικό είναι ότι βρίσκονται χαμηλότερα και από το 60% του μέσου όρου των 15 μελών και αντιπροσωπεύουν μόλις το 35% των αντίστοιχων κονδυλίων που δαπανούν οι βόρειες χώρες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην προαναφερόμενη έρευνα, οι περιφέρειες της Φινλανδίας και της Σουηδίας συγκαταλέγονται στον πίνακα των κορυφαίων περιφερειών του κόσμου από πλευράς ανταγωνιστικότητας. Το τεχνολογικό και μορφωτικό επίπεδο συνδέται απόλυτα πλέον με το επίπεδο των ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και την παραγωγικότητα μιας οικονομίας. Αυτό είναι το ζητούμενο.

Το άλλο μεγάλο θέμα για την ανταγωνιστικότητα και τη διαιώνιση των ρυθμών ανάπτυξης είναι η προσέλκυση μεγάλων ξένων επενδύσεων, εξέλιξη που συνδυάζεται άμεσα με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών. Για να επιστρέψουν ή να στραφούν τώρα στην ελληνική οικονομία τα μεγάλα επιχειρηματικά κεφάλαια του εξωτερικού, απαιτούνται όμως ριζικές αλλαγές στο δημόσιο διοικητικό σύστημα (τις οποίες αν μη τι άλλο τις έχει υποχεθεί η νέα κυβέρνηση) και επίσης νέες ευκαιρίες εισόδου.

Υπό την έννοια αυτή, θα παραμένει πάντα επίκαιρη για την ελληνική οικονομία η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων ενός αριθμού επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, οι οποίες χρειάζονται γερές στρατηγικές συμμαχίες και μετάγγιση αίματος από τον ιδιωτικό τομέα. Οι ιδιωτικοποιήσεις κρίνονται απαραίτητες για να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε βασικούς τομείς για την ανάπτυξη (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, μεταφορές, τράπεζες), να μειωθεί το κόστος που μεταφέρεται στους άλλους οικονομικούς κλάδους, να αυξηθεί ο ανταγωνισμός και η ποιότητα των υπηρεσιών και να εφαρμοσθούν νέες τεχνολογίες. Ολα αυτά είναι τα στοιχεία που δημιουργούν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και παράλληλα είναι οι ευκαιρίες που θα προκαλέσουν την είσοδο των ξένου κεφαλαίου. Οι ιδιωτικοποιήσεις εκτός των άλλων θα ευνοήσουν και το Χρηματιστήριο Αθηνών προς ένα νέο κύκλο ανόδου των αξιών και των επενδύσεων.

Ακόμη, όσον αφορά στη διάχυση των ωφελειών για ένα πιο στέρεο σχέδιο ανάπτυξης στο μέλλον, οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές συμφωνούν σήμερα ότι το υγιές μοντέλο για την ανάπτυξη της οικονομίας σε μακροπρόθεσμη βάση, απαιτεί κοινωνική συνοχή και μικρή κατά το δυνατόν ανισοκατανομή μεταξύ των εισοδημάτων. Αυτό σημαίνει ότι η ψαλίδα μεταξύ των πιο εύρωστων εισοδηματικά τάξεων από την μία πλευρά και των πιο ασθενών οικονομικά τάξεων από την άλλη, δεν θα πρέπει να είναι πολύ μεγάλη. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, διευκολύνεται σημαντικά η ευημερία και η οικονομική ανάπτυξη, δεδομένου ότι δημιουργείται και ανατροφοδοτείται σταθερότερα μία υψηλότερη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών.