ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γερμανία: ο Ευρωπαίος ασθενής

«Μα τίποτε δεν λειτουργεί εδώ σωστά εκτός από το διαχωρισμό των απορριμμάτων», ήταν το ερώτημα που έθεσε το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel» σε πρόσφατο τεύχος, ενώ ο τίτλος του συγκεκριμένου άρθρου ήταν ο εξής: «Γερμανία: ένα ανέκδοτο». «Ακόμα και τα διαχωρισμένα μεταξύ τους απορρίμματα μπερδεύονται στο τέλος», συνεχίζει το άρθρο, εκφράζοντας παράπονα σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων και υψηλών κυβερνητικών αξιωματούχων, κάνουν λόγο για μια εθνική παρακμή, με το γερμανικό κοινοβούλιο να απασχολείται με ασήμαντα νομοσχέδια, όπως είναι τα κονδύλια των υπολογιστών.

Οι χώρες «ασθενούν» καμία φορά, όπως είχε πει κάποτε ο Τζίμι Κάρτερ αναφερόμενος στις ΗΠΑ και, κατά τα φαινόμενα, η Γερμανία βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Μάλιστα, ο πρώην σοσιολοδημοκράτης καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ δήλωσε σε συνέντευξη που έδωσε στο εβδομαδαίο περιοδικό «Die Zeit» «δεν υπάρχει, σχεδόν, κανένας τομέας όπου η Γερμανία διαπρέπει με τα επιτεύγματά της».

Ο κ. Σμιντ κατηγορήθηκε για την απαισιοδοξία του από το Χόρστ Κόχλερ, τον αποχωρούντα πρόεδρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η εκλογή του οποίου για την προεδρία της χώρας, τον επόμενο Μάιο, θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Ωστόσο, και ο κ. Κόχλερ, συμμετέχοντας στην ίδια συνέντευξη, δεν ήταν τόσο αισιόδοξος. «H γερμανική κουλτούρα, οι Γερμανοί ποιητές και η μουσική μας είναι πανταχού παρόντες», δήλωσε σε κάποια στιγμή, προσθέτοντας ότι «ωστόσο, όταν αναφερόμαστε στο μέλλον, στην μελλοντική τεχνολογία και στην τεχνογνωσία του μέλλοντος, κανενός η σκέψη δεν παραπέμπει στη Γερμανία.

Κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να είναι αληθές, αλλά ουδείς δεν γεννάει ανάλογες σκέψεις για τη Γαλλία, την Κίνα ή, ακόμη, τη Βρετανία. Ωστόσο, αυτές οι χώρες δεν φαίνεται να βρίσκονται στην απελπιστική κατάσταση στην οποία είναι εγκλωβισμένη η Γερμανία. Μήπως η διαφορά έγκειται στο ότι οι Γερμανοί παραπονιούνταν ανέκαθεν; Ή, μήπως οι συνθήκες είναι πιο περίπλοκες;

«Η Γερμανία εξακολουθεί να είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες εξαγωγές ανά τον κόσμο, αυτό δεν έχει ακόμη αλλάξει», δήλωσε ο Γιοχάνες Ράου, ο πρόεδρος της χώρας σε μια συνέντευξη που προκάλεσε πολλά σχόλια. «Δεν έχουμε κανένα λόγο για να παραπονιόμαστε», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.

Σε μια χώρα που η ανεργία έχει παραμείνει για αρκετά χρονια στο 10%, φθάνοντας ακόμα και το 25% σε ορισμένες πόλεις και ευρύτερες περιφέρειες (ιδιαίτερα στην πρώην Ανατολική Γερμανία), όπου η ζωή των ανθρώπων είναι πολύ σκληρή. «Ωστόσο», τόνισε κ. Ράου, «πολλοί άνθρωποι παραπονιούνται παρά το υψηλό βιοτικό επίπεδο που απολαμβάνουν και την εγγύηση ενός σταθερού εισοδήματος… δεν νομίζω ότι η στάση αυτή είναι ορθή».

Πράγματι, μια απλή ματιά στην καθημερινή ζωή της χώρας υποστηρίζει την άποψη του κ. Ράου. Τα καφέ του Βερολίνου είναι γεμάτα κόσμο, τα εισιτήρια για τις συναυλίες της φιλαρμονικής ορχήστρας πάντα εξαντλούνται και στους δρόμους της πόλης παρελαύουν τα μεγαλύτερα μοντέλα της BMW και της Mercedes-Benz. Ωστόσο, το κλίμα που επικρατεί δεν είναι καλό. H κεντρο-αριστερή κυβέρνηση συνασπισμού του καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ έχει τα χαμηλότερα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων από κάθε άλλη κυβέρνηση. Εάν πραγματοποιούνταν σήμερα οι εκλογές, η αντιπολίτευση των Συντηρητικών θα κέρδιζε την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ωστόσο, εάν άλλες ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν ότι έχουν προβλήματα για να παραπονιούνται, η Γερμανία έχει κάθε δικαίωμα. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή η απαισιοδοξία είναι η λογική αντίδραση σε μια αντικειμενικά δυσάρεστη κατάσταση. Οπως ανέφερε ο Χανς-Βέρνερ Σιν, διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, «οι οικονομικές συνθήκες αποτελούν το μείζον πρόβλημα συγκριτικά με άλλες χώρες, λόγω των πολλών προβλημάτων που παρουσίαστηκαν ταυτόχρονα. Μεταξύ των προβλημάτων αυτών ήταν η επανένωση της χώρας που ήταν ένα ακριβό εγχείρημα για τη Δυτική Γερμανία, δίχως να οδηγεί στη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομίας στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Επιπροσθέτως, ήταν η συνειδητοποίηση ότι μια χώρα δεν δύναται να αντέξει οικομονομικά ένα τόσο γενναιόδωρο σύστημα πρόνοιας, το οποίο είναι ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επιτευγματά της. Τέλος, υπάρχει και ο φόβος ότι η διεύρυνση της E.E. σε πολύ φθηνότερες χώρες θα υποβαθμίσει τις βιομηχανίες και την αγορά εργασίας της χώρας.