ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ακριβό πετρέλαιο απειλεί την ανάπτυξη

Μολονότι χθες αποκλιμακώθηκε η τιμή του πετρελαίου, με το Brent να υποχωρεί στα 112 δολάρια το βαρέλι και το αργό ΗΠΑ να διαμορφώνεται στα 97,5 δολάρια, ο μαύρος χρυσός αποτελεί τον μείζονα αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την ανάκαμψη της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας. O επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρος-Καν εξέφρασε την ανησυχία του ότι αν η τιμή του πετρελαίου παραμείνει στα σημερινά υψηλά επίπεδα για μια παρατεταμένη περίοδο, αυτό θα στοιχίσει στην παγκόσμια ανάπτυξη. Οπως δήλωσε χθες ο κ. Στρος-Καν, «μία άνοδος μεταξύ 110 και 120 δολαρίων το βαρέλι μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη αν διαρκέσει πολύ». Ο ίδιος πάντως διαβεβαίωσε ότι «δεν βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο».

Την περασμένη εβδομάδα, η τιμή του πετρελαίου Brent έφτασε για πρώτη φορά από το 2008 στα 120 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι εξελίξεις στη Λιβύη σταμάτησαν, στην πράξη, τις εξαγωγές πετρελαίου από τη χώρα, η οποία αποτελεί τον 12ο μεγαλύτερο παραγωγό του μαύρου χρυσού παγκοσμίως.

Ειδικά για τις συνέπειες της ανόδου στις ΗΠΑ, όπως εκτιμά η εφημερίδα New York Times, αν αυξηθούν περαιτέρω οι τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης, οι Αμερικανοί καταναλωτές θα σφίξουν το ζωνάρι, με αποτέλεσμα να πληγεί η κατανάλωση. Σε σχετικό δημοσίευμά της επισημαίνει πως μια αύξηση της τιμής της βενζίνης κατά 1% αφαιρεί συνολικά περί το 1 δισ. δολάρια τον χρόνο από τις τσέπες των καταναλωτών. Επικαλείται δε ανάλυση της IHS Global Insight, σύμφωνα με την οποία για κάθε 10 δολάρια αύξησης της τιμής του πετρελαίου μειώνεται η αύξηση του αμερικανικού ΑΕΠ κατά 0,2 της ποσοστιαίας μονάδας μετά από ένα έτος, ενώ η πτώση είναι της τάξης του 1% αν η αύξηση της τιμής διαρκέσει μία διετία.

Η γερμανική τράπεζα Deutsche Bank προβλέπει πως αν το πετρέλαιο υπερβεί τα 120 δολάρια το βαρέλι, αυτό θα είναι το σημείο καμπής, πάνω από το οποίο θα πληγεί η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Ο υπ’ αριθμόν δύο αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Τζον Λίπσκι, έχει επίσης δηλώσει πως η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αντέξει την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, αλλά μόνον αν είναι βραχύβια.

Σύμφωνα πάντως με τις εκτιμήσεις 47 οικονομικών επιτροπών που συμμετέχουν στην έρευνα της National Association for Business Economics, το ιλιγγιώδες δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ απειλεί την αμερικανική οικονομία περισσότερο από τον πληθωρισμό, τον αποπληθωρισμό ή την υψηλή ανεργία. Στο συμπέρασμα αυτό συγκλίνουν οι εκτιμήσεις των 47 οικονομικών επιτροπών που συμμετέχουν στην έρευνα της National Association for Business Economics. Σύμφωνα με αυτή, το έλλειμμα των ΗΠΑ το 2011 θα διαμορφωθεί στα 1,4 τρισ. δολάρια, από τα 1,1 τρισ. που προέβλεπε στην προηγούμενη σχετική έρευνα του Νοεμβρίου. Η πρόβλεψη αυτή, πάντως, παραμένει πιο αισιόδοξη από εκείνη της κυβέρνησης Ομπάμα που προεξοφλεί πως το τρέχον έτος το έλλειμμα θα εκτιναχθεί στα 1,65 τρισ. δολάρια, ποσό αντίστοιχο με το 10,9% του αμερικανικού ΑΕΠ. Η επίσημη πρόβλεψη έχει οδηγήσει τον Λευκό Οίκο να προτείνει περικοπές δαπανών ύψους 1,1 τρισ. δολαρίων τα επόμενα 10 χρόνια, που όμως κρίνουν ανεπαρκείς οι Ρεπουμπλικανοί.

Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, το αμερικανικό ΑΕΠ θα αυξηθεί φέτος κατά 3,3%, ενώ η αντίστοιχη πρόβλεψη τον Νοέμβριο μιλούσε για ανάπτυξη 2,6%. Ειδικότερα, περί το 40% των ερωτηθέντων προεξοφλεί πως η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας θα συνεχισθεί με ήπιους ρυθμούς. Η ανεργία θα παραμείνει πάντως σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, που προβλέπει πως κάθε μήνα του 2011 θα γίνονται 178.300 προσλήψεις, αλλά το έτος θα λήξει με ανεργία 9%.

Παράλληλα, οι περισσότεροι οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα εκφράστηκαν θετικά για την απόφαση της Fed να προχωρήσει σε περαιτέρω αγορές 600 δισ. δολαρίων μακροπρόθεσμων ομολόγων. Αν και εκτιμούν πως η κίνηση αυτή δεν όξυνε τις πληθωριστικές πιέσεις, προβλέπουν πως ο δομικός πληθωρισμός, από τον οποίο εξαιρούνται οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, θα επιταχυνθεί από το 0,8% του δ΄ τριμήνου του 2010 στο 1,2% μέσα στο τρέχον έτος. Σε ό,τι αφορά τις καταναλωτικές δαπάνες, που αντιπροσωπεύουν περί το 70% της οικονομίας, οι εκτιμήσεις τους συγκλίνουν σε αύξηση 3,2% – και πάλι πιο αισιόδοξη από την προηγούμενη για αύξηση 2,4%. Αυτό, βέβαια, τελεί υπό την αίρεση των εξελίξεων στην αγορά πετρελαίου.