ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μανμόχαν Σινγκ : Μάχη με διαφθορά και φτώχεια στην Ινδία

Ενα από τα μείζονα θέματα, τα οποία ήθελε να αγγίξει με τον φετινό φιλολαϊκό προϋπολογισμό της η ινδική κυβέρνηση του ήταν η ανακούφιση των 500 εκατομμυρίων φτωχών, οι οποίοι πλήττονται δραματικά από τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και του πετρελαίου και τις περικοπές για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Παράλληλα, ο προϋπολογισμός ήταν μία ευκαιρία να γίνει αναφορά στον αντίκτυπο των πρόσφατων κρουσμάτων διαφθοράς, τα οποία δηλώνει αποφασισμένος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ο πρωθυπουργός. Από τη δική του πλευρά και αποπειρώμενος να διορθώσει τη διαρραγείσα αξιοπιστία των Ινδών πολιτικών, o υπουργός Οικονομικών Πρανάμπα Μακχερτζί αναγνώρισε ότι «τους τελευταίους μήνες ορισμένα σημαντικά γεγονότα δημιούργησαν ίσως την εντύπωση ενός κενού στη λογοδοσία της κυβέρνησης προς τους πολίτες, αλλά αυτή η εντύπωση είναι εσφαλμένη». Τον τόνο είχε δώσει προηγουμένως και η πρόεδρος της χώρας Πρατίχμπα Πατίλ, η οποία είχε δηλώσει πως η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση της χώρας είναι η πάταξη της διαφθοράς και στη συνέχεια ο πληθωρισμός στα είδη διατροφής.

Δεν είναι λίγοι οι σχολιαστές και οι επενδυτές στην Ινδία, οι οποίοι θεωρούν ότι ένα από τα μεγάλα της επιτεύγματα έχει να κάνει με το ότι, αν και δέχεται σοβαρούς κλονισμούς εξαιτίας της ενδημικής διαφθοράς, συνεχίζει να αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς – συγκεκριμένα σε ποσοστό 8,6% το οικονομικό έτος 2010/11 και κατά 9% το 2011/12, όπως προβλέπει στον προϋπολογισμό της η κυβέρνηση. Η ανοχή προς τη διαφθορά, ωστόσο, έχει φτάσει στα όριά της. Σε μία ανοιχτή επιστολή-κόλαφο προς την κυβέρνηση Μανμόχαν Σινγκ, εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου και της κοινωνίας πολιτών της Ινδίας επισημαίνουν ότι «η καλπάζουσα διαφθορά καταστρέφει τον ιστό του έθνους». Στους υπογράφοντες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων ο Αζίμ Πρέμτζι, πρόεδρος του κολοσσού υψηλής τεχνολογίας της Wipro, ο Ντιπάκ Παρέκχ, επικεφαλής της τράπεζας HDFC, καθώς και ο πρώην πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας, Μπιμάλ Τζαλάν. «Παρατηρούμε ένα κυβερνητικό έλλειμμα σε όλα τα πεδία εθνικής δραστηριότητας και ζητούμε αποκατάσταση της αξιοπιστίας», ανέφεραν στην επιστολή τους οι Ινδοί υπογράφοντες και συμπλήρωναν: «Δεν θέλουμε να επιτρέψουμε οι τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ινδίας, καθώς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει προκειμένου να εξαλείψει τη φτώχεια, να υπονομευθούν από τη διαφθορά. Κι αυτό θα ήταν μεγάλη απώλεια για τους μη έχοντες στην Ινδία».

Διεκδικούν διαφάνεια

Σύμφωνα με την κατάταξη του 2010 από τη Διεθνή Διαφάνεια, η Ινδία βρίσκεται 87η μεταξύ 178 χωρών, υποχωρώντας από την 84η θέση το 2009. Σε άρθρο του 2008 η WashingtoPost ανέφερε ότι σχεδόν το 25% των 540 Ινδών βουλευτών βαρύνεται με κατηγορίες για εμπορία ανθρώπων, δουλεμπόριο, κατάχρηση δημοσίου χρήματος, βιασμό, ακόμα και φόνο.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος κατά τα τελευταία χρόνια. Σε άρθρο του στους «Times of India» o αναλυτής Αντζάι Σανκάρ αναφέρει ως θετικά βήματα τα εξής: «Την επανάσταση της πληροφορικής σε συνδυασμό με τη σταθερή ανάπτυξη του 8% επί μία δεκαετία σχεδόν, την ανάπτυξη ανεξάρτητων ΜΜΕ, την απελευθέρωσης της παροχής υπηρεσιών, την εμπιστοσύνη των νέων στο δικαίωμά τους να οικοδομήσουν καλύτερο μέλλον και στον αντίκτυπο των οργανώσεων πολιτών, που διεκδικούν διαφάνεια». Οι παράγοντες αυτοί εντείνουν τις πιέσεις προς την κυβέρνηση και τους δικαστικούς λειτουργούς να απαλλάξουν την Ινδία από τη διαφθορά.

Επίσης, στα θετικά θα μπορούσε να αναφερθεί και το σημαντικό έργο, το οποίο διεκπεραιώνει το Κεντρικό Γραφείο Ερευνών (δηλαδή, το FBI της Ινδίας). Στα τέλη του 2010 αποκάλυψε τη χαλκευμένη διαδικασία παραχώρησης αδειών κινητής τηλεφωνίας δεύτερης γενιάς το 2008, στο οποίο φερόταν να εμπλέκονται μέλη της κυβέρνησης του Μανμόχαν Σινγκ. Ο τότε υπουργός Τηλεπικοινωνιών, Α. Ράτζα, υπό την πολιτική ευθύνη του οποίου είχε διεξαχθεί η σχετική δημοπρασία, υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Οι χειρισμοί του, δηλαδή το να διαθέσει σε ακατάλληλους παρόχους και σε χαμηλή τιμή τις άδειες, τις οποίες μεταπώλησαν στη συνέχεια με υψηλά κέρδη, κόστισε στην Ινδία 22 δισ. στερλίνες. Το Ανώτατο Δικαστήριο ζήτησε εξηγήσεις από τον πρωθυπουργό γιατί καθυστέρησε περισσότερο από ένα χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις της αντιπολίτευσης σχετικά με τη συμπεριφορά του τότε υπουργού. Η αντιπολίτευση, διαμαρτυρόμενη για τα σκάνδαλα, διέκοψε τη λειτουργία της Βουλής στα τέλη του 2010. Πριν από λίγες ημέρες ο Μανμόχαν Σινγκ δήλωσε πως κανείς δεν θα μείνει ατιμώρητος, με αφορμή ένα ακόμα σκάνδαλο. Το Κεντρικό Γραφείο Ερευνών συνέλαβε δύο κατηγορούμενα για δωροδοκία μέλη της διοργανώτριας επιτροπής των Αγώνων της Κοινοπολιτείας που φιλοξένησε πέρυσι η χώρα…