ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διαφορετικές λύσεις για το ίδιο πρόβλημα

Με την τιμή του πετρελαίου κοντά στα όρια αντοχής της παγκόσμιας οικονομίας και την κρίση στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική να την εξωθεί ανοδικά, ο κίνδυνος του πληθωρισμού αποτελεί λόγο ανησυχίας για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και για την αμερικανική Federal Reserve. Δεδομένου, όμως, ότι η ΕΚΤ, πρώτη ανάμεσα στις πέντε μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου, προειδοποιεί για άμεση αύξηση των επιτοκίων, το ευρώ ενισχύθηκε μέσα στην εβδομάδα πλησιάζοντας τα 1,40 δολάρια.

Η ΕΚΤ υπόσχεται «προσεκτική παρακολούθηση» των πληθωριστικών πιέσεων, έστω κι αν διατηρεί προς το παρόν αμετάβλητα τα επιτόκια στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 1%. Εκτιμώντας, πάντως, πως η οικονομία της Ευρωζώνης χρήζει ακόμη στήριξης, διατηρεί τα έκτακτα μέτρα τα οποία έχει επιστρατεύσει από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης: εξακολουθεί να χορηγεί απεριόριστη ρευστότητα στις ευρωπαϊκές τράπεζες και συνεχίζει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα, αντιθέτως, καταγράφει μεν τον κίνδυνο του πληθωρισμού, αλλά με λιγότερη ανησυχία – αν κρίνει τουλάχιστον κανείς από τις δηλώσεις του προέδρου της, Μπεν Μπερνάνκι. Ετσι, δεν σπεύδει να μιλήσει για αύξηση επιτοκίων. Μολονότι δε ο κ. Μπερνάνκι υπεραμύνεται του προγράμματος αγοράς ομολόγων, κάποια στελέχη της ζητούν τη διακοπή του τον Ιούνιο.

Η ΕΚΤ αιφνιδίασε τις αγορές που θεωρούσαν βέβαιο ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν καθηλωμένα μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του έτους στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του 1% στα οποία βρίσκονται από τον Μάιο του 2009. Οι δηλώσεις του προέδρου της, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ήταν ενδεικτικές της ανησυχίας για την κλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων. Με δεδομένο ότι από τον Φεβρουάριο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει επιταχυνθεί στο 2,4%, ο κ. Τρισέ επικαλέσθηκε τις προβλέψεις της ίδιας της Τράπεζας για περαιτέρω επιτάχυνσή του στο 2,6% μέσα στο 2011. Αφήνοντας, άλλωστε, να διαφανεί η ανησυχία του για τις επιπτώσεις της κούρσας του πετρελαίου, τόνισε πως πρόκειται για προβλέψεις από τα μέσα Φεβρουαρίου που δεν έχουν λάβει υπόψη την κρίση στη Λιβύη και την εκτίναξη του Brent σε επίπεδα κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο κ. Μπερνάνκι ανέφερε ενώπιον της Γερουσίας ως σημαντικότερους κινδύνους για την αμερικανική οικονομία, τις αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου, της βενζίνης και των εμπορευμάτων. Ειδικότερα για την τιμή του πετρελαίου παραδέχθηκε πως μπορεί να αποβεί επιζήμια, υποδαυλίζοντας τον πληθωρισμό και υπονομεύοντας την ανάκαμψη. Ο ίδιος θεωρεί, όμως, πιθανότερη «μια παροδική και ήπια άνοδο των τιμών καταναλωτή». Η συγκρατημένη αισιοδοξία του είναι ώς ένα βαθμό δικαιολογημένη, καθώς στις ΗΠΑ ο δομικός πληθωρισμός, από τον οποίο εξαιρούνται οι ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, παραμένει σε επίπεδα κάτω του στόχου του 2% και συγκεκριμένα γύρω στο 1,6%. Αυτό βέβαια αφορά μόνον τον δομικό πληθωρισμό, και όπως επισημαίνει δημοσίευμα της Financial Times, η επιμονή της Fed να επικεντρώνεται σε αυτόν προκαλεί αντιδράσεις από μερίδα οικονομικών αναλυτών και παραγόντων της αγοράς που την καλούν να μιμηθεί τη συλλογιστική της ΕΚΤ. Η βρετανική εφημερίδα επικαλείται μάλιστα επιχείρημα του διαχειριστή χαρτοφυλακίου Pimco Μοχάμεν Ελ-Εριάν, του μεγαλύτερου hedge fund στον κόσμο, πως οι επενδυτές δεν ανέχονται την ιδέα να διαβρωθεί η αξία των τοποθετήσεών τους από τον συνολικό πληθωρισμό, ενώ η Fed θα ασχολείται με τον δομικό.

Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 600 δισ. δολ., ο κ. Μπερνάνκι τόνισε την περασμένη εβδομάδα πως οι αγορές ομολόγων είναι απαραίτητες για να περιφρουρήσουν την ανάπτυξη που το δ΄ τρίμηνο του περασμένου έτους έφθασε στο 2,8%. Την άποψή του δεν συμμερίζονται, όμως, δύο στελέχη της Fed: ο Ντένις Λόκχαρντ, πρόεδρος της Fed στην Ατλάντα και ο Τσαρλς Πλόσερ, ομόλογός του στη Φιλαδέλφεια, δηλώνουν πως δεν βλέπουν πλέον τη χρησιμότητα του προγράμματος αγοράς ομολόγων ύψους 600 δισ. δολαρίων. Οπως, πάντως, επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, για να αποφασίσουν οι κεντρικοί τραπεζίτες των ΗΠΑ στις 15 Μαρτίου τον τερματισμό του επίμαχου προγράμματος, θα πρέπει να είναι βέβαιοι πως η οικονομία είναι αρκετά ισχυρή και μπορεί να αντέξει υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια.