ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Σε συμφωνία για το σύνολο των χαρακτηριστικών του Μόνιμου Μηχανισμού Διάσωσης κατέληξαν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης, που συνεδρίασαν χθες στις Βρυξέλλες. Οπως δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, ο Μηχανισμός Σταθερότητας θα διαθέτει κεφαλαιακή βάση 700 δισ. ευρώ. Από αυτά, οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης θα συνεισφέρουν 80 δισ. ευρώ, ενώ θα υπάρχει δυνατότητα άντλησης των υπολοίπων 620 δισ. Το κόστος χρηματοδότησης για τις χώρες που θα ενταχθούν στον Μηχανισμό θα είναι 2% υψηλότερο από το κόστος χρηματοδότησης του ίδιου του Μηχανισμού για χρονικό διάστημα κάτω των τριών ετών και 3% για χρονικό διάστημα άνω των τριών ετών.

Ωστόσο, τα καλά αυτά νέα για την Ευρωζώνη δεν θεωρούνται επαρκή για να ξεπεραστεί η πολλαπλά οδυνηρή κρίση χρεών, καθώς η δυνατότητα για μεγαλύτερη ευελιξία στις οικονομίες των κρατών-μελών αγνοείται. Η άλλη, δηλαδή να υπάρξει ισορροπία στη ζήτηση εντός της Ζώνης του Ευρώ, αναζητείται. Η Ευρωζώνη παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ποικίλα σοκ. Οι μαζικές περικοπές δαπανών που γίνονται θα καταφέρουν καίριο πλήγμα στην ανάκαμψη. Συνδυασμοί σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας και ενεργού νομισματικής παρέμβασης θα επιφέρουν κραδασμούς στις αγορές συναλλάγματος. Ενώ το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ευρωζώνης εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες, που παραμένουν ευάλωτες. Η δεξιοτεχνία με την οποία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαχειρίστηκε την κρίση έχει εξαντληθεί. Ηταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που αναγνώρισε την ένταση του επερχόμενου σοκ, τον Αύγουστο του 2007, και στη συνέχεια τη θύελλα της κρίσης χρεών. Αλλά μέχρις εκεί. Ολες αυτές οι δυσκολίες καθιστούν πιο δύσκολη την ανάκαμψη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το ευρώ εξακολουθεί να είναι ισχυρό και η αύξηση των επιτοκίων του ευρώ θα δυναμιτίσει την κρίση.

Η κατάρρευση στην εγχώρια ζήτηση στις αδύναμες περιφερειακές οικονομίες της Ευρωζώνης, στο μεταξύ, έχει διογκώσει τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Και δεν είναι μόνο αυτό. Με τις οικονομίες να αντιμετωπίζουν τόσο ισχυρά προβλήματα, από πού θα προέλθει η ανάκαμψη της ζήτησης εντός της Ευρωζώνης; Τι θα στηρίξει εκ νέου τη ζήτηση; Δύο είναι οι απαντήσεις: είτε ανάκαμψη της ζήτησης από το εξωτερικό είτε ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε χώρες όπως η Γερμανία.

Επιπλέον, κύριο μειονέκτημα της Ευρωζώνης, το οποίο ειδικοί είχαν επισημάνει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, αποτελεί το γεγονός ότι αν και το νόμισμα ελέγχεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ε. Ε. δεν διαθέτει κεντρικό μηχανισμό μακροοικονομικής πολιτικής. Φορολογία και δαπάνες συνεχίζουν να αποτελούν αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων.

Δεκαεπτά κράτη-μέλη αριθμεί η Ευρωζώνη από την 1η Ιανουαρίου, μετά την είσοδο της Εσθονίας στο κοινό νόμισμα, παρά την παρούσα κρίση, που είναι η χειρότερη στη σύντομη ιστορία του ευρωπαϊκού κοινού νομίσματος. Το συνολικό ΑΕΠ των χωρών-μελών πλησιάζει τα 9 τρισ. ευρώ για το 2009, που την κατατάσσει στη δεύτερη θέση των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων, πίσω από τις ΗΠΑ αλλά μπροστά από την Κίνα και την Ιαπωνία. Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα κυκλοφόρησε στις αγορές τον Ιανουάριο του 1999 και παράλληλα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως λογιστικό εργαλείο, με τα πρώτα κράτη-μέλη να είναι: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Φινλανδία. Αν και η Ελλάδα επιθυμούσε να υιοθετήσει αμέσως το νέο νόμισμα, το πέτυχε εν τέλει το 2001, όμως με ψευδή λογιστική απεικόνιση των στοιχείων. Η Σλοβενία μπήκε στο ευρώ το 2007, η Κύπρος και η Μάλτα το 2008 και η Σλοβακία το 2009.

Μόνο η Βρετανία, η Δανία και η Σουηδία επιμένουν να διατηρούν τα εθνικά τους νομίσματα. Οι Βρετανοί Συντηρητικοί, που ανέλαβαν πέρυσι την εξουσία από κοινού με τους Φιλελεύθερους, απέκλεισαν διαρρήδην κάθε συζήτηση για είσοδο της χώρας τους στη Ζώνη του Ευρώ.

Η Ευρωζώνη και ολόκληρη η Ε. E. μαζί της «δεν θα επιβιώσουν» εάν δεν επιλυθούν τα σημερινά δημοσιονομικά προβλήματα ορισμένων χωρών και το μείζον ζήτημα των οικονομικών ανισορροπιών στην Ευρωζώνη. Οι Γερμανοί δεν θέλουν να ακούν πως η δική τους απροθυμία για δαπάνες και το εμπορικό τους πλεόνασμα συνεισφέρουν στην εκτίναξη της ζήτησης και στα ελλείμματα στη Νότια Ευρώπη.