ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παίρνουν «φωτιά» οι τιμές πετρελαίου

Περιορισμένες επιπτώσεις θα έχει βραχυπρόθεσμα για την οικονομική δραστηριότητα και τον πληθωρισμό το νέο κύμα ανόδου των τιμών του «μαύρου χρυσού». Αυτή την εκτίμηση διατυπώνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), την ώρα που οι τιμές καταγράφουν άνοδο 40% από τα μέσα του 2010 και 24% από τον Φεβρουάριο, όταν ξεκίνησαν οι ταραχές στη Λιβύη. Στην έκθεσή του μάλιστα με το ίδιο θέμα, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα, ο ΟΟΣΑ συμπεραίνει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες χαμηλού πληθωρισμού και προσδοκιών, η νομισματική πολιτική ίσως δεν χρειαστεί να απαντήσει στη νέα πρόκληση που θέτουν οι τιμές για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Την εβδομάδα που πέρασε, η τιμή του Βrent ξεπέρασε τα 115 δολάρια το βαρέλι και εκείνη του αργού της Νέας Υόρκης τα 105 δολάρια, με τη λιβυκή παραγωγή να έχει συρρικνωθεί στο 25% των φυσιολογικών επιπέδων και τις εξαγωγές της χώρας να έχουν ουσιαστικά σταματήσει, αφαιρώντας από την αγορά περισσότερα από 1 εκατ. βαρέλια υψηλής ποιότητας αργού ημερησίως. Αντίστοιχη, ωστόσο, ποσότητα εκτιμάται ότι έχει αφαιρεθεί από την παγκόσμια ζήτηση μετά τον καταστροφικό σεισμό της 11ης Μαρτίου στην Ιαπωνία, μια χώρα με έλλειψη ορυκτών πόρων, η οποία καλύπτει το σύνολο των αναγκών της σε πετρέλαιο με εισαγωγές. Οπως επισημαίνουν κάποιοι αναλυτές, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σχεδόν στο 25% των ιαπωνικών εισαγωγών, αντισταθμίζοντας έτσι τη μειωμένη παραγωγή της Λιβύης. Ενόσω ακόμα η χώρα δίνει μάχη με τον χρόνο για την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης στον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα, οι επιπτώσεις παραμένουν άγνωστες για τις συνολικές ενεργειακές ανάγκες της.

Στις δύο αυτές αντίρροπες δυνάμεις έρχεται να προστεθεί η Κίνα. Η ζήτηση στη δεύτερη μεγαλύτερη καταναλώτρια αργού χώρα του κόσμου μετά τις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 10,1% τον Φεβρουάριο έναντι της αντίστοιχης περυσινής περιόδου, διαμορφούμενη στα 9,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, τα δεύτερα υψηλότερα επίπεδα στα χρονικά. Την ίδια ώρα, στοιχεία δείχνουν ισχυρή τη ζήτηση βενζίνης στις ΗΠΑ, με τα αποθέματα να καταγράφουν τριπλάσια της αναμενόμενης συρρίκνωση παρά τις υψηλές τιμές.

Η εξέλιξη στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει ενδεχομένως την εκτίμηση του ΟΟΣΑ ότι βραχυπρόθεσμα η άνοδος των τιμών δεν θα επηρεάσει ιδιαίτερα την οικονομική δραστηριότητα. Στην έκθεσή του, ο Οργανισμός υπολογίζει ότι αν διατηρηθεί, η αύξηση της τιμής του Brent κατά 25 δολάρια από την εξέγερση στην Τυνησία θα περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα περίπου κατά 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας στις χώρες-μέλη του ώς το 2012, προκαλώντας επίσης άνοδο του πληθωρισμού κατά 0,75 της ποσοστιαίας μονάδας.

Σύμφωνα πάντως με την ίδια έκθεση, μια άνοδος της τάξης των 10 δολαρίων στην τιμή του αργού μπορεί να επιφέρει περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας έως δύο δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας στις χώρες-μέλη, το δεύτερο έτος μετά το «σοκ». Μπορεί επίσης να φέρει άνοδο του πληθωρισμού περίπου κατά δύο δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας το πρώτο έτος και άλλο ένα δέκατο το δεύτερο. Στους υπολογισμούς δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν δυνάμει διαφοροποιητικοί παράγοντες, όπως είναι η προσπάθεια αποκατάστασης των ισολογισμών μετά την πτώση των πραγματικών εισοδημάτων, η οποία επηρεάζει την κατανάλωση των νοικοκυριών. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει όμως ότι οι υψηλές τιμές του αργού είναι πιθανό να επιδράσουν στη δυνάμει ανάπτυξη και λόγω του αυξημένου κόστους των εισαγωγών.

Ομως, μια κρίση μπορεί να είναι αμφίδρομη και αυτοτροφοδοτούμενη. Για παράδειγμα, τη συρρίκνωση της πετρελαϊκής παραγωγής και «την πραγματικότητα της ζωής χωρίς πετρέλαιο» επικαλούνται οι Στιβ Χάλετ και Τζον Ράιτ ως έναν από τους βασικούς παράγοντες που πυροδότησαν το κύμα εξεγέρσεων στη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Οπως υπενθυμίζουν οι συγγραφείς του βιβλίου «Life without Oil: Why We Must Shift to a New Energy Future» σε άρθρο τους στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα HuffingtoPost, πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής στήριξαν ολόκληρη την ύπαρξή τους στο πετρέλαιο. Είναι, επομένως, οι πιο ευάλωτες στη μείωση της παραγωγής του, η οποία αποτελεί ήδη γεγονός για τις περισσότερες, πλην Σαουδικής Αραβίας και Αλγερίας.