ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέο εργαλείο ρευστότητας για ενίσχυση προβληματικών τραπεζών από την EKT

Ενα νέο εργαλείο ρευστότητας για την ενίσχυση προβληματικών τραπεζών δημιουργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας. Σύμφωνα με το Reuters, το νέο χρηματοδοτικό εργαλείο θα προσφέρει μακροπρόθεσμη ρευστότητα σε τράπεζες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστού. Σε πρώτη φάση ο νέος μηχανισμός στοχεύει να δώσει ανάσα στις υπό πίεση ιρλανδικές τράπεζες, οι οποίες εκτιμάται ότι θα δυσκολευτούν να πετύχουν τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του ευρωπαϊκού stress test, ωστόσο ο νέος μηχανισμός θα είναι διαθέσιμος σε όλες τις τράπεζες των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Το νέο χρηματοδοτικό εργαλείο θα αντικαταστήσει τον μηχανισμό ELA (Emergency Liquidity Assistance), ενώ λεπτομέρειες αναμένεται να έχουν προσδιοριστεί και ανακοινωθεί μέχρι το τέλος της εβδομάδες.

Τεστ κοπώσεως

Πηγές της ιρλανδικής Sunday Business Post αποκάλυψαν ότι τα τεστ αντοχής των ιρλανδικών τραπεζών θα δείξουν έλλειμμα 18 με 23 δισ. ευρώ. Οπως σημειώνει η ιρλανδική εφημερίδα, το ακριβές ύψος αυτού του ελλείμματος θα εξαρτηθεί από απώλειες που, ενδεχομένως, να επωμισθούν οι κάτοχοι ομολόγων, αλλά και την πίστωση χρόνου που θα δώσει η ΕΚΤ για την εκποίηση προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών. Ερευνα του ειδησεογραφικού πρακτορείου Bloomberg καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ιρλανδικές τράπεζες θα χρειαστούν περίπου 27,5 δισ. ευρώ, ενώ οι υποχρεώσεις προς τους κατόχους, συγκεκριμένα, των ανασφάλιστων μακροπρόθεσμων ομολόγων υπολογίζονται στα 16,4 δισ. ευρώ.

Η στήριξη της ΕΚΤ

Η ΕΚΤ είχε ξεκαθαρίσει προ ημερών ότι προτίθεται να στηρίξει τις ιρλανδικές τράπεζες αρκεί να διαμορφωθεί ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασής τους.

Την περασμένη εβδομάδα, είχε γίνει λόγος στον διεθνή Τύπο για κεφαλαιακό έλλειμμα μεγαλύτερο των 35 δισ. ευρώ, ένα ποσό που προβλέπεται από τον υπάρχοντα μηχανισμό στήριξης της χώρα με δάνεια της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Ο Μάικλ Νούναν, υπουργός Οικονομικών, είχε δηλώσει τότε ότι οι τράπεζες θα χρειαστούν περισσότερα από τα 10 δισ. ευρώ που εκχωρούνται άμεσα, αλλά απέρριψε σενάρια για μεγαλύτερο ποσό. Οι μεγαλύτερες ιρλανδικές τράπεζες, εκ των οποίων οι Anglo Irish Bank και Irish Nationwide Building Society έχουν περάσει εξ ολοκλήρου στην κηδεμονία του κράτους, στηρίζονται από το Δουβλίνο εδώ και μία διετία, αναγκάζοντας τη χώρα να ζητήσει τον Νοέμβριο του 2010 έκτακτη οικονομική βοήθεια άνω των 85 δισ. ευρώ. Από τον Φεβρουάριο, η Ιρλανδική Κεντρική Τράπεζα έχει εκχωρήσει, παράλληλα, από την ELA 60 δισ. ευρώ, πέραν των 117 δισ. ευρώ που έχει δανείσει η ΕΚΤ από τις καθιερωμένες ενέργειες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος.

Ενα «κούρεμα» στην αξία αυτών των τίτλων θα μειώσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών, καθώς αναπροσαρμόζεται προς τα κάτω το ύψος της οφειλής στους ισολογισμούς. Η μεταφορά, όμως, απωλειών στους επενδυτές αποτελεί επίμαχο πολιτικό ζήτημα, με τη Γερμανία να έχει ταχθεί υπέρ μιας τέτοιας λύσης στο πλαίσιο της δημιουργίας μόνιμου μηχανισμού στήριξης οικονομιών της Ε.Ε., το 2013. Μέχρι σήμερα, το κόστος στήριξης του ιρλανδικού τραπεζικού κλάδου έχει μεταβιβαστεί μόνον στους φορολογουμένους, διπλασιάζοντας το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στο 32% του ΑΕΠ, τον Νοέμβριο του 2010.

Στην Ελλάδα

Στελέχη ελληνικών τραπεζών υπογραμμίζουν ότι το χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΚΤ δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τα δεδομένα, και οι εγχώριες τράπεζες τους επόμενους μήνες θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους με στόχο την απεξάρτηση από την ΕΚΤ. Μέχρι τα μέσα Απριλίου, οι εμπορικές τράπεζες θα πρέπει να παραδώσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος προσχέδια για τις μεσοπρόθεσμες ανάγκες χρηματοδότησης και ακριβή χρονοδιαγράμματα υλοποίησης των κινήσεων αυτών. Βάσει του σχεδίου που θα καταθέσει η κάθε τράπεζα, της θέσης της στην αγορά, αλλά και του βαθμού εξάρτησής της από τη ρευστότητα της ΕΚΤ, η τρόικα θα εγκρίνει το ποσό από τις εγγυήσεις των 30 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί σε κάθε πιστωτικό ίδρυμα. Σε τακτά χρονικά διαστήματα η τρόικα θα αξιολογεί την πρόοδο της κάθε τράπεζας στην υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών και, βάσει της αξιολόγησης, θα απελευθερώνει ρευστότητα, ακριβώς όπως γίνεται και για το ελληνικό Δημόσιο.