ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέα ζωή για το Κέπλερ στο Διάστημα

Ισως τελικά να μην έχουν τελειώσει όλα για το διαστημικό τηλεσκόπιο Κέπλερ. Ομολογουμένως, πολλοί ένιωσαν λύπη όταν την περασμένη άνοιξη το Κέπλερ εμφάνισε προβλήματα και αδυνατούσε να συνεχίσει το κυνήγι του για παρόμοιους με τη Γη πλανήτες που ενδεχομένως να υπάρχουν στον γαλαξία μας. Ομως οι διαχειριστές του προγράμματος Κέπλερ της NASA λένε ότι δεν έχουν τελειώσει όλα και ότι το διαστημικό τηλεσκόπιο μπορεί να εξακολουθήσει να αναζητεί εξωπλανήτες επί τρία ή τέσσερα χρόνια.

«Κ2: Η ιστορία αρχίζει». Με αυτό τον τρόπο έθεσε το θέμα του νέου εγχειρήματος του διαστημικού τηλεσκοπίου ο επικεφαλής του προγράμματος Κέπλερ, Στιβ Χάουελ, σε μια μικρή συγκέντρωση αστρονόμων στο Ερευνητικό Κέντρο Ames της Nasa. Κ2 ονομάζεται η δεύτερη ψηλότερη κορυφή του κόσμου και γι’ αυτό θεωρήθηκε ότι ταιριάζει στην περίσταση.

Μετά τέσσερα χρόνια ελέγχου της φωτεινότητας 160.000 αστεριών σε ένα κομμάτι του ουρανού, το Κέπλερ μπόρεσε να αναγνωρίσει 3.500 πιθανούς εξωπλανήτες.

Κατοικήσιμοι πλανήτες

Επίσης, επέτρεψε να γίνει ο πρώτος υπολογισμός των –από θεωρητικής απόψεως τουλάχιστον– κατοικήσιμων πλανητών στον γαλαξία μας. Περίπου ένας στους πέντε αστέρες που μοιάζουν με τον Ηλιο έχουν πλανήτες με μέγεθος ανάλογο αυτού της Γης, οι οποίοι είναι δυνατόν να κατοικηθούν, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχουν δισεκατομμύρια πιθανότητες κάπου εκεί να βρίσκονται και κάποιες μορφές ζωής. Και βέβαια το Κέπλερ επέφερε επανάσταση στην κατανόηση των εσωτερικών δομών των αστεριών μέσα από την πρακτική της «αστροσεισμολογίας».

Το μικρό διαστημικό τηλεσκόπιο μόλις είχε ξεκινήσει να εντοπίζει πλανήτες που διήνυαν τροχιές ανάλογες με αυτήν του δικού μας, που είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι να αποτελέσουν, κάποια στιγμή, το δεύτερο σπίτι μας. Η αποστολή του διαστημοπλοίου, σύμφωνα με το πρόγραμμα Κ2, εμπεριέχει κάποιες αλλαγές. Το Κέπλερ δεν θα στοχεύει σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι του κόσμου, αλλά θα χοροπηδάει στο ουράνιο στερέωμα ελέγχοντας τα αστέρια σε ένα σημείο επί 80 περίπου ημέρες.

Σε αυτό το διάστημα, το Κέπλερ δεν θα μπορεί να ανιχνεύει πλανήτες με τροχιές που διαρκούν περισσότερο από μερικές εβδομάδες. Ομως θα μπορεί να εντοπίζει πλανήτες με τέτοιες «φιλόξενες» τροχιές γύρω από Κόκκινους Νάνους. Τέτοια αστέρια, στη ζώνη της Χρυσομαλλούσας (ζώνη Γκόλντιλοκς), όπου οι θερμοκρασίες είναι πιο ήπιες και συνεπώς ενδέχεται να υπάρχει νερό σε ρευστή μορφή, είναι κοντύτερα σε εμάς και γι’ αυτό έχουν και βραχύτερες περιόδους τροχιάς.

Το Κ2 θα καλύπτει πέντε έως δέκα φορές το τμήμα του ουρανού που έλεγχε αρχικώς το Κέπλερ και ενδέχεται να ανακαλύψει εκατοντάδες πλανήτες γύρω από τους Κόκκινους Νάνους.

Εκτοξεύθηκε το 2009

Το Κέπλερ εκτοξεύθηκε το 2009 μετά δέκα χρόνια πραγματικής μάχης που έδωσε ο εμπνευστής του, Ουίλιαμ Μπορούκι, του Ερευνητικού Κέντρου Ames, προκειμένου να δείξει ότι είναι δυνατόν να ανακαλυφθούν με αυτό τον τρόπο πλανήτες.

Στο αρχικό οπτικό του πεδίο περιλαμβάνονταν 160.000 άστρα στα όρια των αστερισμών Κύκνου και Λύρας. Το συγκεκριμένο οπτικό πεδίο επιλέχθηκε προκειμένου να δώσει μεγάλο δείγμα αστέρων όμοιων με τον δικό μας Ηλιο. Για να το καταφέρει αυτό, το Κέπλερ στόχευσε με ακρίβεια έτσι ώστε να έχει όλα αυτά τα αστέρια στα ίδια πίξελ της φωτογραφικής του μηχανής επί τέσσερα χρόνια. Ομως, η απώλεια κάποιου βασικού στοιχείου της δομής του έκανε το μικρό διαστημόπλοιο να στριφογυρίζει γύρω από τον άξονα του οπτικού του πεδίου  ιδιαίτερα όταν τα ηλιακά του κάτοπτρα φωτίζονταν από το ηλιακό φως. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει όταν το Κέπλερ στοχεύει στον αστερισμό του Κύκνου. Το φως ασκεί πίεση και γι’ αυτό τον λόγο ακριβώς οι κομήτες έχουν μία φωτεινή ουρά που τους ακολουθεί. «Δυστυχώς ο Ηλιος εξακολουθεί να λάμπει», λέει χαρακτηριστικά ο Τσαρλς Σόμπεκ, αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος Κέπλερ. Αυτός ο άνισος φωτισμός αναποδογυρίζει διαρκώς το διαστημόπλοιο, αποτρέποντάς το από το να διατηρήσει τα αστέρια στα σωστά πίξελ. Παρ’ όλα αυτά το διαστημικό τηλεσκόπιο και ο αισθητήρας του δεν παρουσίασαν βλάβες, γεγονός που σημαίνει ότι το Κέπλερ παραμένει ένα εξαιρετικά πολύτιμο διαστημικό εργαλείο.

Διάσωση μέσω του Ηλίου…

Η λύση που τελικά προκρίθηκε για τη μελλοντική δράση του Κέπλερ ήταν λίγο παράτολμη. Τα τεστ που πραγματοποιήθηκαν έδειξαν ότι το ηλιακό φως μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να σταθεροποιήσει το διαστημικό τηλεσκόπιο. «Κλειδί» του όλου εγχειρήματος ήταν το φως να παραμείνει πάνω στο Κέπλερ κατά τρόπο ώστε οι ηλιακοί του πίνακες να φωτίζονται ισομερώς. «Οταν το Κέπλερ είναι σταθερό, είναι πραγματικά σταθερό», εξηγεί ο κ. Σόμπεκ. Ομως, οι αλλαγές που έγιναν σημαίνουν ότι τώρα το Κέπλερ περιορίζεται στο να εντοπίζει αστέρια στο κομμάτι που διασχίζει ο Ηλιος διαμέσου του ζωδιακού κύκλου. Βέβαια, όπως ομολογεί ο κ. Σόμπεκ, η απώλεια του αρχικού οπτικού πεδίου ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο. «Συναισθηματικά, ήταν πολύ δύσκολο να τα παρατήσουμε μετά τέσσερα χρόνια». Ομως ανταμοιβή αυτής της προσαρμογής του προγράμματος θα είναι και η μεγάλη ποικιλία των στοιχείων που θα συγκεντρωθούν και βέβαια ότι το γεγονός ότι το Κέπλερ θα εξακολουθήσει να λειτουργεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενα τμήμα της πορείας του Ηλίου διέρχεται διαμέσου του κέντρου του γαλαξία, στον αστερισμό του Τοξότη, αλλά και σε άλλα τμήματα μακριά από τον δικό μας γαλαξία, σε σημεία όπου το Κέπλερ μπορεί να καταγράψει τις εκρήξεις των σούπερ νόβα που είναι κομβικής σημασίας για την κατανόηση της ιστορίας του σύμπαντος. Αλλα πεδία όπου μπορεί να δραστηριοποιηθεί είναι οι περιοχές που είναι γεμάτες από νέφη αερίων και σκόνης όπου γεννιούνται νέα αστέρια και πλανήτες. Κατά συνέπεια, το Κέπλερ, εάν τελικά ευοδωθεί το νέο πρόγραμμα, θα μπορέσει να μελετήσει αστέρια και πλανήτες σε πολλά και διαφορετικά περιβάλλοντα.

Επί του παρόντος, πάντως, το Κ2 δεν είναι παρά μία πρόταση. Η ιδέα θα πρέπει κατ’ αρχάς να γίνει δεκτή από το τμήμα αστροφυσικής της ΝΑSΑ και στη συνέχεια να αξιολογηθεί από την υπηρεσία, και βέβαια να συγκριθεί με άλλα προγράμματα στα οποία ενδεχομένως να δοθεί προτεραιότητα.

Η οριστική απόφαση για τη μοίρα του Κέπλερ θα ληφθεί την ερχόμενη άνοιξη, αλλά όποια και αν είναι η απάντηση, η ομάδα του Κέπλερ θα συνεχίσει. Οι επιστήμονες έχουν ακόμη τρία χρόνια εργασίας για να αναλύσουν τα στοιχεία που έχουν ήδη συλλέξει, μεταξύ των οποίων και όλα τα στοιχεία της περασμένης χρονιάς, που όπως δήλωσε ο Μπορούκι είναι τα πολυτιμότερα στοιχεία που διαθέτουμε έως σήμερα.