ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναδιανομή εισοδήματος χωρίς αυξήσεις φόρων

Αναδιανομή εισοδήματος χωρίς αυξήσεις φόρων

Πολλοί πιστεύουν πως η αύξηση των φόρων είναι ο μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπισθεί ρεαλιστικά η υπερβολική εισοδηματική ανισότητα. Ομως υπάρχει καλύτερος τρόπος.

Τον Φεβρουάριο το ΔΝΤ τάχθηκε υπέρ της μεγαλύτερης «αναδιανομής» του πλούτου, όπως αποκαλείται εύσχημα η αύξηση των φόρων. Συστρατεύεται, έτσι, με τον ΟΟΣΑ, που σε έκθεσή του το 2011 κατήγγειλε την προνομιακή θέση των πλουσιότερων από τους κατοίκους των πλούσιων χωρών. Τώρα απευθύνει έκκληση για την υιοθέτηση «πολιτικών που αποκαθιστούν την ισότητα ευκαιριών», ζητώντας και πάλι ευγενικά αύξηση φόρων. Οι δύο διεθνείς οργανισμοί δεν αποτελούν εξαίρεση. Φέτος πρώτο στον κατάλογο των μπεστ σέλερ είναι το βιβλίο του Τομά Πικετί, «Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα».

Ο Γάλλος οικονομολόγος έχει εκλαϊκεύσει την ιδέα πως η απροκάλυπτα προνομιούχα ελίτ του 1% πρέπει να περιοριστεί. Τι προτείνει; Κυρίως ότι η ελίτ πρέπει να καταβάλλει περισσότερους φόρους. Η εισοδηματική ανισότητα αποτελεί πράγματι λόγο ανησυχίας. Από ηθικής απόψεως, τα επίπεδα των αμοιβών πρέπει να είναι συνάρτηση της πραγματικής συνεισφοράς του εργαζομένου στην οικονομία. Ασφαλώς η αξία της εργασίας δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια. Ωστόσο η επιτυχία στη σύγχρονη οικονομία είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της προσπάθειας που καταβάλλουν οι επικεφαλής για να πληρώνονται πολύ περισσότερο από τους υπόλοιπους υπαλλήλους.

Για να μιλήσουμε πραγματιστικά, θα βοηθούσε την οικονομία μια μεγαλύτερη ισότητα αποδοχών. Οταν οι φτωχοί εισπράττουν περισσότερα συνήθως τα διοχετεύουν σε δαπάνες που δημιουργούν θέσεις εργασίας, ενώ δεν ισχύει το ίδιο όταν τοποθετούνται στους τραπεζικούς λογαριασμούς των πλουσίων. Και όταν δεν υπάρχει τόση εισοδηματική ανισότητα, οι σχετικά φτωχοί δεν μπαίνουν τόσο στον πειρασμό να δανειστούν από τους πλούσιους. Αυτά τα πειστικά επιχειρήματα, όμως, δεν έχουν επηρεάσει καμία χώρα. Μετά την κρίση του 2008 οι πλούσιοι αυξάνουν τον πλούτο τους ταχύτερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα κινήματα διαμαρτυρίας κατά της διευρυνόμενης ανισότητας επέτυχαν λιγότερα από τα κινήματα κατά του αυξημένου ρόλου του κράτους όπως το «Tea Party».

Δεν είναι σαφές γιατί η ανισότητα δεν έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον της πολιτικής. Κάποιοι πιστεύουν στη συνωμοσία των ισχυρών, άλλοι στην επιδημία άγνοιας μεταξύ των αδυνάμων. Ισως παίζουν κάποιο ρόλο και τα δύο. Εγώ πιστεύω πως πολλοί είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την οικονομική ανισότητα. Υπάρχει και μια άλλη πιθανότητα. Ισως πολλοί από αυτούς που ζητούν περισσότερη ισότητα δεν συμφωνούν με τη συνήθως προτεινόμενη λύση: τους υψηλότερους φόρους. Ισως πιστεύουν πως οι υπερβολικά γενναιόδωρες αμοιβές ορισμένων είναι μικρότερο κακό από μια κυβέρνηση που προχωρεί σε απαλλοτριώσεις.

Σε τελική ανάλυση, η μείωση των υψηλότερων φορολογικών συντελεστών δεν αποτελεί απόρριψη των θεμελιωδών στόχων του κοινωνικού κράτους, τη στήριξη των φτωχών και την παροχή βασικών υπηρεσιών σε όλους. Ούτε αντικρούει πως όσοι έχουν περισσότερα πρέπει να εισφέρουν περισσότερα. Ακόμη και αν ίσχυε ένας και μοναδικός φορολογικός συντελεστής, το 20% του ενός εκατ. δολαρίων είναι πολύ περισσότερα από το 20% των 50.000 δολαρίων.

Η προτίμηση των χαμηλών φορολογικών συντελεστών για όλους μοιάζει μάλλον με απόρριψη ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου αιτήματος της Αριστεράς. Φαίνεται πως ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τις κυβερνήσεις για να καθορίσουν ποια επίπεδα καθαρών αμοιβών είναι πραγματικά δίκαια όταν αφαιρεθούν οι φόροι. Αν ισχύει αυτό, όσοι ζητούν εισοδηματική ισότητα πρέπει να κινηθούν με άλλο τρόπο.

Αντί για αύξηση φόρων με σκοπό την αναδιανομή του εισοδήματος, καλύτερα να διεκδικήσουν μια πιο δίκαιη «αρχική διανομή» εισοδήματος μέσω μείωσης των μισθών των υψηλόβαθμων στελεχών επιχειρήσεων. Η απώλεια εισοδήματος στα ανώτερα κλιμάκια μπορεί να μεταφρασθεί σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα για όλους τους άλλους. Οι οπαδοί της κοινωνικής ισότητας επωφελούνται από την υποχρεωτική δημοσιοποίηση των αμοιβών υψηλόβαθμων στελεχών, βασίζουν την επιχειρηματολογία τους στη δικαιοσύνη και την ανάπτυξη και όχι στον φθόνο. Και τελικά, όταν μιλάει κανείς για φόρους, ο κόσμος δεν θέλει να ακούσει.