ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανάπτυξη στη Βρετανία δεν είναι αποτέλεσμα της λιτότητας

Η ανάπτυξη στη Βρετανία δεν είναι αποτέλεσμα της λιτότητας

Η βρετανική οικονομία έχει εμφανίσει τους τελευταίους μήνες την ταχύτερη ανάπτυξη μεταξύ των κρατών της «Ομάδας των Επτά». Το τελευταίο τρίμηνο αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό άνω του 3%, παρά το ότι η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε ελάχιστα. Η δε ηπειρωτική Ευρώπη παρέμενε σε δυσχερή θέση και η Ιαπωνία προσπαθούσε να διατηρήσει την ταχύτητά της, αναμένοντας μία μεγάλη αύξηση του ΦΠΑ. Πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν τη ζωηρή επίδοση της Βρετανίας απόδειξη της επιτυχίας της πολιτικής λιτότητας, την οποία ακολούθησε η Βρετανία από το 2010 και μετά. Επιπλέον, τη θεώρησαν στοιχείο το οποίο ανατρέπει την ιδέα περί στασιμότητας στον βιομηχανικό κόσμο και στηρίζεται στο ότι η έλλειψη της ζήτησης ανακόπτει μεσοπρόθεσμα την ανάπτυξη.

Η ορθή ερμηνεία της βρετανικής στρατηγικής έχει ζωτική σημασία, δεδομένου ότι πολλά διακυβεύονται στην πολιτική σκηνή της χώρας, ότι τίθεται το ερώτημα για τη μελλοντική πολιτική της και, το σημαντικότερο όλων, ότι η βρετανική εμπειρία επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για την οικονομική πολιτική σε όλον τον κόσμο. Δυστυχώς, όταν ερμηνεύεται ορθώς, η βρετανική εμπειρία διαψεύδει τους υποστηρικτές της λιτότητας και επιβεβαιώνει την προειδοποίηση του Τζον Μέιναρντ Κέινς για τους κινδύνους των οριζόντιων περικοπών στις δημόσιες δαπάνες σε περίοδο οικονομικής κάμψης. Αν και η ανάπτυξη ήταν ραγδαία προσφάτως, αυτό οφείλεται απλώς και μόνον στο βάθος της τρύπας, που έσκαψε η ίδια η Βρετανία για τον εαυτό της. Παρά το ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει διαμορφωθεί σε επίπεδα αρκετά υψηλότερα από το ρεκόρ του πριν από την κρίση, στη Βρετανία αντιστοίχως παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα. Επίσης, παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμα και από όσα είχαν προβλεφθεί μόλις εφαρμόστηκε η πολιτική λιτότητας. Με αυτά κατά νου δεν αποτελεί έκπληξη ότι η αναλογία δημοσίου χρέους της Βρετανίας προς ΑΕΠ είναι σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από τις προβλέψεις. Συν τοις άλλοις, το χρονοδιάγραμμα για τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού της μετατέθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας.

Η συνηθισμένη δικαιολογία για την κακή επίδοση της Βρετανίας είναι η εξάρτησή της από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Η μητροπολιτική περιφέρεια της Νέας Υόρκης, εντούτοις, με την πολύ μεγαλύτερη εξάρτησή της από τον εν λόγω κλάδο είδε το ΑΕΠ της να υπερβαίνει με ευκολία το προηγούμενο ρεκόρ της. Η δε Ευρωζώνη είχε κακή επίδοση, αλλά αυτό δεν μπορεί να ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό και για την επίδοση της Βρετανίας. Στις ΗΠΑ μετά το Κραχ  η οικονομία αναπτυσσόταν για χρόνια με ρυθμό 9%, απλώς και μόνο επειδή η ύφεση ήταν πολύ βαθιά. Αυτό ισχύει εν μέρει για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας. Επιπροσθέτως, δύο χαρακτηριστικά της χρήζουν προσοχής.

Πρώτον, η επιτάχυνση της ανάπτυξης σχετίζεται περισσότερο με τη βραδύτητα εφαρμογής της λιτότητας παρά με τη λιτότητα αυτή καθαυτή.

Δεύτερον, τέλος, υπό το πρίσμα μιας δυνητικής βλάβης, που μπορεί να προκαλέσει η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στην εγχώρια ζήτηση και την οικονομική ανάπτυξη, η βρετανική κυβέρνηση εισήγαγε έκτακτα μέτρα. Τα μέτρα αυτά αφορούν τη στήριξη του δανεισμού, ενώ το σημαντικότερο είναι το αποκαλούμενο «Ηelp to buy Programme», το οποίο διευκολύνει τα στεγαστικά δάνεια είτε εξασφαλίζοντας χαμηλό επιτόκιο είτε προσφέροντας εγγύηση με τους δανειζόμενους να καταβάλουν μόλις το 5% επ’ αυτών.