ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισως πρέπει να προσέξουμε τη θεαματική άνοδο των μετοχών

Ισως πρέπει να προσέξουμε τη θεαματική άνοδο των μετοχών

Χωρίς τυμπανοκρουσίες, οι αγορές μετοχών έγιναν και πάλι ακριβές. Ενώ η υπόλοιπη οικονομία αυξάνεται την τελευταία πενταετία πολύ αργά, τα χρηματιστήρια σημειώνουν θεαματική άνοδο. Η τιμή μιας μετοχής του δείκτη Standard & Poor 500 έχει διπλασιαστεί από τις αρχές του 2009 μέχρι τις αρχές του 2013 και στη συνέχεια έχει κερδίσει ακόμη 18% στη διάρκεια του περασμένου έτους. Σύμφωνα με στοιχεία του νομπελίστα οικονομολόγου Ρόμπερτ Σίλερ, οι μετοχές ήταν πιο ακριβές από σήμερα τρεις φορές στη διάρκεια του περασμένου αιώνα: τη δεκαετία του 1920, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και λίγο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Η Wall Street μπορεί ασφαλώς να παρουσιάσει δικαιολογίες, όπως εκείνα τα επιχειρήματα του τύπου «το Ιντερνετ τα αλλάζει όλα». Η οικονομία σήμερα φαίνεται να είναι στην κατάλληλη κατάσταση για να αυξηθούν οι τιμές των μετοχών. Η ανάπτυξη είναι αρκετά ασθενής για να διατηρεί τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, οπότε μειώνεται το κόστος των επιχειρήσεων και οι μετοχές γίνονται μάλλον ελκυστικές παρά ασφαλείς.

Τα κέρδη των επιχειρήσεων βρίσκονται σε αρκετά υψηλά επίπεδα επειδή οι επιχειρήσεις είναι σε προνομιακή θέση έναντι των εργαζομένων και οι αυξήσεις των μισθών παραμένουν περιορισμένες. Με άλλα λόγια, η ανισότητα φαίνεται να ευνοεί τις μετοχές. Ισως παγιωθεί η νέα πραγματικότητα της αυξανόμενης ανισότητας και των χαμηλών επιτοκίων και ίσως οι μετοχές θα είναι μονίμως σε υψηλό επίπεδο. Στην περίπτωση αυτή ό,τι κι αν μας ανησυχεί στην οικονομία, αυτό δεν θα είναι οι χρηματιστηριακές αξίες. Οποιοδήποτε επιχείρημα, όμως, στηρίζεται στην έννοια μιας νέας πραγματικότητας πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα. Συνήθως τα επιχειρήματα αυτού του είδους είναι εσφαλμένα.

«Μπορείς πάντα να επικαλείσαι τους λόγους για τους οποίους αυτή τη φορά είναι διαφορετική περίπτωση», σχολίασε ο κ. Σίλερ προσφάτως όταν ζήτησα τη γνώμη του για τις σημερινές τιμές των μετοχών. Αλλά, όπως τόνισε και ο Τζον Κάμπελ του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, «πρέπει κανείς να είναι επιφυλακτικός σε επιχειρήματα του τύπου “αυτή τη φορά είναι διαφορετικά”». Προφανώς δεν μπορούμε να ξέρουμε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν οι τιμές των μετοχών. Βρίσκονται, όμως, σε υψηλά επίπεδα. Το πιο ρεαλιστικό σενάριο για συνταξιούχους, επενδυτές, συνταξιοδοτικά ταμεία, αναλυτές και οποιονδήποτε άλλο εξαρτάται από τις τιμές των μετοχών είναι πως στο εγγύς μέλλον οι αποδόσεις θα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, περιορισμένες.

Αν σας προκαλούν κατάπληξη οι ιστορικές συγκρίσεις, ίσως έχετε συνηθίσει να κρίνετε με άλλα κριτήρια τις χρηματιστηριακές αξίες. Η συνηθέστερη μέτρηση είναι ο λόγος τιμών προς κέρδη. Το πρόβλημα με αυτήν τη μέτρηση (με την οποία και πάλι φαίνονται ακριβές οι μετοχές έστω και κάπως λιγότερο) είναι πως προκύπτει από τα στοιχεία ενός έτους, που δεν είναι μεγάλη περίοδος. Κρίνοντας το μέλλον μιας εταιρείας βάσει των 12 τελευταίων μηνών, δίνεις υπερβάλλον βάρος σε παράγοντες όπως η κατάσταση της οικονομίας ή το τελευταίο προϊόν της εταιρείας. Γι’ αυτό και το κλασικό πλέον βιβλίο του 1934 «Ανάλυση ασφάλειας» του Μπέντζαμιν Γκράχαμ καλεί τους επενδυτές να συγκρίνουν τις τιμές των μετοχών προς τα κέρδη για χρονικό διάστημα «όχι μικρότερο των πέντε ετών και κατά προτίμηση για περίοδο επτά ή και 10 ετών». Μία δεκαετία είναι αρκετός χρόνος.