ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι χώρες της περιφέρειας «βλέπουν» τους στόχους τους

s9_1105provl-oosa
frenchpresi

Στην αρχή της εβδομάδας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τις εαρινές προβλέψεις για την πορεία των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σχεδόν έξι χρόνια αφότου η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έπληξε την Ευρώπη και τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στην Ελλάδα, οι ουλές που άφησαν στις περισσότερες οικονομίες η ύφεση, η ανεργία, η μείωση των επενδύσεων, η διάσωση των τραπεζών και η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού παραμένουν βαθιές.

Οι περισσότερες από τις λεγόμενες χώρες της περιφέρειας (άλλη μια ντροπιαστική κληρονομιά της κρίσης, οι χώρες της Ευρωζώνης να χωρίζονται σε χώρες της περιφέρειας και σε χώρες του πυρήνα, σε χώρες δανειστές και σε χώρες οφειλέτες) μετά τις τιτάνιες προσπάθειες που κατέβαλαν τα τελευταία χρόνια έχουν μειώσει το δημοσιονομικό τους έλλειμμα και δείχνουν να βρίσκονται πιο κοντά στο να πετύχουν τους στόχους που ορίζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ για έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ. Αντιθέτως σημαντικές προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν η Γαλλία και η Ισπανία και σε μικρότερο βαθμό η Ιρλανδία και η Ιταλία. Σε κάθε περίπτωση, κάθε μία από αυτές τις χώρες έχει τα δικά της προβλήματα, ωστόσο κοινό στις περισσότερες είναι το πολύ υψηλό επίπεδο της ανεργίας και του δημοσίου χρέους. Μέχρι και το 2010, οι εξαμηνιαίες προβλέψεις της Κομισιόν για την πορεία κάθε οικονομίας αποτελούσαν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στο ημερολόγιο των Βρυξελλών. Ο λόγος ήταν ότι αν η ανάπτυξη (ως ποσοστό του ΑΕΠ) που προέβλεπε η Κομισιόν ήταν χαμηλότερη απ’ αυτήν που προέβλεπε ας πούμε το Παρίσι ή η Ρώμη, τότε το δημοσιονομικό έλλειμμα (πάλι ως ποσοστό του ΑΕΠ) αναγκαστικά θα ήταν μεγαλύτερο, οπότε θα έπρεπε να επιβληθούν μέτρα λιτότητας ή, ακόμη χειρότερα, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Στην πραγματικότητα σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια τις συστάσεις της Κομισιόν (ιδίως αυτές για τις μεταρρυθμίσεις) και οι Βρυξέλλες κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία έκαναν τα στραβά μάτια. Τρανότερο παράδειγμα από της Ελλάδας δεν υπάρχει, έστω και αν Γερμανία και Γαλλία ήταν αυτές που υπονόμευαν περισσότερο από κάθε άλλη χώρα την εξουσία της Κομισιόν να εφαρμόζει τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Ολα αυτά άλλαξαν για πολλές χώρες μετά το 2010. Οχι γιατί ξαφνικά η Κομισιόν απέκτησε νέες εξουσίες ώστε να ελέγχει αποτελεσματικότερα την εφαρμογή των συμφωνηθέντων, αλλά γιατί ενισχύθηκε η δύναμη των εθνικών κυβερνήσεων (και των αγορών) να επιβάλουν, μέσω του Eurogroup, μέτρα λιτότητας και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όπως η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Η Κομισιόν όντως απέκτησε νέες ελεγκτικές εξουσίες, αποδυναμώθηκε όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό πολιτικά. Ισως γιατί έπαψε ν’ αποτελεί έναν έντιμο διαμεσολαβητή μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών-μελών, αφού τάχθηκε αναφανδόν υπέρ των ισχυρότερων κρατών του πυρήνα.

Τι αποκαλύπτουν λοιπόν οι νέες προβλέψεις της Κομισιόν; Γενικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά πάντως ανάπτυξης μετά από δύο χρόνια ύφεσης σε Ιταλία και Ισπανία και στασιμότητας σε Γαλλία. Επίσης αρκετά μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα για Γαλλία και κυρίως για Ισπανία και για Ιρλανδία. Ακόμη χειρότερα, το δημόσιο χρέος παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο, εκεί όπου το εκτίναξε η διάσωση των τραπεζών σε συνδυασμό με την ύφεση και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Το χειρότερο όλων είναι η αδυναμία μείωσης της ανεργίας. Είναι ενδεικτικό ότι Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, θα έχουν διψήφιο ποσοστό ανεργίας και το 2015 (όπως και η Ευρωζώνη στο σύνολό της).

Αναμφίβολα, οι νέες προβλέψεις και εκτιμήσεις της Κομισιόν είναι οι πλέον αισιόδοξες από την αρχή της κρίσης. Η μεγαλύτερη απειλή, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, είναι ότι «καθώς συνεχίζεται η ανάκαμψη, αυξάνεται ο κίνδυνος ν’ αναβληθούν μεταρρυθμίσεις που είναι κρίσιμες για τη συνέχιση και την ενίσχυση της ανάκαμψης». Τα τελευταία χρόνια το Βερολίνο κατηγορεί, δικαίως, Παρίσι και Ρώμη ότι δεν εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις. Ομως, τους τελευταίους μήνες κάτι αλλάζει.

Οι περιπτώσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας και η γερμανική αντίδραση

Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο κ. Γενς Βάιντμαν, πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, επέκρινε τη γαλλική κυβέρνηση (περιέργως τα τελευταία χρόνια οι κεντρικοί τραπεζίτες μπορούν να επικρίνουν ακόμη και κυβερνήσεις ξένων κρατών, αλλά θεωρείται σχεδόν έγκλημα καθοσιώσεως όταν γίνεται το αντίστροφο), διότι δεν μειώνει το δημοσιονομικό της έλλειμμα και δεν εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Πολύ πιο έντονες επικρίσεις και πιέσεις δεχόταν και η Ιταλία, ιδίως το 2011, πιέσεις που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι και στην άνοδο της τεχνοκρατικής κυβέρνησης του Μάριο Μόντι που παρέμεινε στην εξουσία λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, εφαρμόζοντας σχετικά περιορισμένης έκτασης μεταρρυθμίσεις και κυρίως μέτρα λιτότητας. Πράγματι, Γαλλία και Ιταλία έμειναν πολύ πίσω τα τελευταία χρόνια στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ιδίως αν συγκριθούν με τις χώρες που βρέθηκαν στη γραμμή του πυρός, τις μνημονιακές και την Ισπανία. Ωστόσο μετά τα Χριστούγεννα η κατάσταση άλλαξε. Στη Γαλλία ο πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, αφού επί ενάμιση χρόνο προσπάθησε ανεπιτυχώς να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μέσω της αύξησης της φορολογίας, ανακοίνωσε στις αρχές του έτους πρόγραμμα μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών στην προσπάθεια να τονώσει την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων, συνοδευόμενο από μείωση των δαπανών για επιδόματα ανεργίας και της φορολογίας της εργασίας, συνολικού ύψους περίπου 30 δισ. ευρώ. Τον Απρίλιο, ο νέος πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς ανακοίνωσε δεύτερο πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών (υπουργείων, τοπικής αυτοδιοίκησης, δαπανών για την υγεία και τα κοινωνικά επιδόματα) ύψους 50 δισ. ευρώ για το διάστημα 2015-2017. «Το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να βελτιωθεί το 2015 χάρη στο σημαντικό μέγεθος της εξοικονόμησης» παραδέχεται η Κομισιόν στις προβλέψεις της. Η μείωση των δαπανών περίπου 2,5% του ΑΕΠ μπορεί να μη συγκρίνεται με τις προσπάθειες της Ελλάδας ή της Ιρλανδίας και το γαλλικό κράτος μπορεί να εξακολουθεί να δαπανά σχεδόν το 55% του ΑΕΠ για να καλύψει τις ανάγκες του, παρ’ όλα αυτά κάτι κινείται στη Γαλλία. Το ίδιο και στην Ιταλία, όπου ο νέος πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι προσπαθεί ν’ απελευθερώσει την οικονομία από τα δεσμά των πελατειακών σχέσεων, ν’ αποπληρώσει τις οφειλές του κράτους προς ιδιώτες, να περιορίσει τις δαπάνες του κράτους, ενώ έχει μειώσει τη φορολογία για χαμηλόμισθους. Το κυριότερο είναι οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις που προσπαθεί να περάσει, όπως αλλαγή του εκλογικού νόμου, κατάργηση της Γερουσίας κ.ά. Οι γκρίνιες που ακούγονται εσχάτως από Γερμανούς αξιωματούχους για τη Γαλλία και την Ιταλία μάλλον σχετίζονται περισσότερο με το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις των δύο χωρών είναι σοσιαλιστικές.